Η αγάπη δεν είναι βασικά μια σχέση προς ένα ιδιαίτερο άτομο.
Είναι μια
στάση, ένας προσανατολισμός του χαρακτήρα που καθορίζει τη σχέση ενός
ατόμου προς τον κόσμο σαν σύνολο κι όχι προς ένα «αντικείμενο» αγάπης.
Αν ένα άτομο αγαπά μόνο ένα άλλο
άτομο κι είναι αδιάφορο προς τους άλλους συνανθρώπους του, η αγάπη του
δεν είναι ακριβώς αγάπη αλλά μια συμβιωτική προσκόλληση ή ένας
διογκωμένος εγωισμός. Ωστόσο, οι πιο πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως η
αγάπη είναι το αντικείμενο κι όχι η ψυχική ικανότητα. Στην
πραγματικότητα φτάνουν στο σημείο να πιστεύουν ότι: όταν δεν αγαπάνε
κανέναν άλλον παρά μόνο το «αγαπημένο» πρόσωπο, αυτό είναι μια απόδειξη
της έντασης της αγάπης τους.
Αν πραγματικά αγαπώ έναν άνθρωπο, αγαπώ
όλους τους ανθρώπους, αγαπώ τον κόσμο, αγαπώ τη ζωή. Αν μπορώ να πω σε
κάποιον άλλον «σ’ αγαπώ», πρέπει να είμαι ικανός να πω «αγαπώ σε σένα
όλους, αγαπώ μέσα από σένα όλο τον κόσμο, αγαπώ σε σένα και τον εαυτό
μου».
ERICH FROMM: Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς
εγώ πάντα σωπαίνω.
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ’ ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.
Πάλι σας δίνω όραμα.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ:
ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ
Η ανάγκη αλήθειας είναι ιερότερη οποιασδήποτε άλλης. Κι όμως δεν
αναφέρεται ποτέ. Φοβόμαστε να διαβάσουμε, όταν αντιλαμβανόμαστε καμιά
φορά πόσο πολλά και τεράστια ψεύδη εκτίθενται χωρίς αιδώ, ακόμα και στα
βιβλία των πιο διάσημων συγγραφέων. Διαβάζουμε λοιπόν, όπως θα πίναμε το αμφιβόλου ποιότητας νερό ενός πηγαδιού.
Υπάρχουν
άνθρωποι που εργάζονται οχτώ ώρες την ημέρα και καταβάλλουν μεγάλη
προσπάθεια να διαβάσουν το βράδυ για να μορφωθούν. Δεν μπορούν να
καταγίνονται με επαληθεύσεις στις μεγάλες βιβλιοθήκες. Έτσι πιστεύουν
τυφλά σε ό,τι λέει το βιβλίο. Κανείς δεν έχει λοιπόν το δικαίωμα να τους
δίνει ψέματα για τροφή. Τι νόημα έχει να επικαλείται κανείς την καλή
πίστη των συγγραφέων; Αυτοί δεν εργάζονται σωματικά οχτώ ώρες την ημέρα.
Η κοινωνία τους τρέφει για να έχουν την ευχέρεια και να κάνουν τον κόπο
να αποφεύγουν τα λάθη. Έναν ελεγκτή που γίνεται αίτιος ενός
εκτροχιασμού, δε θα τον έβλεπαν με καλό μάτι αν έκανε επίκληση της καλής
του πίστης.
Κατά μείζονα λόγο είναι επονείδιστο να ανεχόμαστε την
ύπαρξη εφημερίδων για τις οποίες όλοι γνωρίζουν ότι κανένας συνεργάτης
τους δε θα μπορούσε να παραμείνει στη θέση του αν δε δεχόταν να
παραποιεί ορισμένες φορές εν γνώσει του την αλήθεια.
Το κοινό δεν
έχει εμπιστοσύνη στις εφημερίδες, αλλά η δυσπιστία του δεν το
προστατεύει. Γνωρίζοντας σε γενικές γραμμές ότι μια εφημερίδα περιέχει
αλήθειες και ψέματα, κατανέμει τις πληροφορίες που παρέχονται στις δύο
αυτές κατηγορίες τυχαία, ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Έτσι όμως
οδηγείται σε λάθη.
Όλοι γνωρίζουν ότι, όταν η δημοσιογραφία
ταυτίζεται με το οργανωμένο ψεύδος, αποτελεί έγκλημα. Αλλά πιστεύουν ότι
πρόκειται για ένα έγκλημα το οποίο δε χρήζει τιμωρίας. Τι μπορεί να
εμποδίζει την τιμωρία μιας δραστηριότητας άπαξ και έχει αναγνωριστεί ως
εγκληματική; Από πού μπορεί να προέρχεται αυτή η περίεργη άποψη των μη
κολάσιμων εγκλημάτων; Πρόκειται για μία από τις πιο τερατώδεις
παραμορφώσεις των νομικών κανόνων.
Μήπως είναι καιρός να
αναγνωρίσουμε ότι οποιοδήποτε προφανές έγκλημα είναι κολάσιμο, και ότι
είμαστε αποφασισμένοι, όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία, να τιμωρούμε όλα τα
εγκλήματα;
[…]
Σ' αυτό το σύστημα, θα επιτρεπόταν σε όποιον
εντοπίζει ένα λάθος που θα μπορούσε να αποφευχθεί σ' ένα δημοσιευμένο
κείμενο ή σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, να προσφύγει στα δικαστήρια.
[…]
Ποιος
όμως εγγυάται την αμεροληψία των δικαστών; θα αντιτάξουν κάποιοι. Η
μόνη εγγύηση, εκτός από την πλήρη ανεξαρτησία τους, είναι να προέρχονται
από πολύ διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, να είναι εκ φύσεως
προικισμένοι με ευρύτητα αντίληψης, διαυγή και σαφή, και να είναι
καταρτισμένοι σε μία σχολή όπου θα λαμβάνουν μία παιδεία όχι νομική,
αλλά πριν απ' όλα πνευματική, και δευτερευόντως διανοητική. Πρέπει να
συνηθίσουν να αγαπούν την αλήθεια.
Δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να
ικανοποιηθεί η ανάγκη για αλήθεια ενός λαού, αν δεν μπορούν να βρεθούν
για το σκοπό αυτό άνθρωποι που ν' αγαπούν την αλήθεια.

SIMONE WEIL: ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΡΙΖΕΣ
Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση
Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες...
(Ίσως η απαρχή ομοίων ημερών)
έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε
χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά
Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκρισην η νύχτα.
Μιά μέρα τόσο διάφορη απ᾿ τις άλλες
Χωρίς τα σύμβολα του «πλήν» και του «συν»
π᾿ αυλακώνουν τη σκέψη
Χωρίς να βαραίνει καν τη ζυγαριά της μνήμης
Πες σα μια σαπουνόφουσκα που τρυπήσαμε με την καρφίτσα
Σαν τον καπνό τσιγάρου χωρίς άρωμα.
Έτσι έπεσε ένα φύλλο απο το καλαντάρι
Δίχως τον παραμικρότερο ήχο
(Χάθηκε και δεν ψάξαμε να το βρούμε)
Έμεινε το συρτάρι μας όπως το αφήσαμε.
Ίσως -λές- πως δεν ήτανε καν μία μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν αρνητικά οι αριθμοί
Το ρολόι γυρισμένο ένα ακόμη εικοσιτετράωρο
-Λές- πως περάσαμε ασυνείδητα τα μεσάνυχτα
Έναν ολόισιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Η πλειονότητα των ανθρώπων αρρωσταίνει επειδή δεν ξέρει να πει τι βλέπει και τι σκέφτεται.
Λένε πως δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο από το να ορίσεις με λόγια μια σπείρα.
Είναι απαραίτητο, λένε,
να κανεις στον αέρα, με το χέρι και χωρίς φιλολογίες, την κίνηση, που
ανεβαίνει στριφογυρίζοντας με κανονικότητα, με την οποία η αφηρημένη
μορφή των ελατήριων ή ορισμένων κλιμακοστάσιων αποκτά υπόσταση στο
βλέμμα μας. Αλλά, αν θυμόμαστε πως λέω είναι ανανεώνω, θα ορίσουμε μια
σπείρα χωρίς δυσκολία: είναι ένας κύκλος που ανεβαίνει χωρίς ποτέ να
κατορθώνει να ολοκληρωθεί. Η πλειονότητα των ανθρώπων, το γνωρίζω καλά,
δε θα τολμούσαν αυτό τον ορισμό, γιατί υποθέτουν ότι ορίζω είναι λέω
αυτό που οι άλλοι θέλουν να πούμε, και όχι αυτό που πρέπει να πούμε για
να δώσουμε τον ορισμό. Θα έλεγα καλυτέρα: η σπείρα είναι ένας εν δυνάμει
κύκλος που διπλασιάζεται ανεβαίνοντας χωρίς ποτέ να πραγματοποιείται.
Αλλά, όχι, πρόκειται ακόμα για έναν αφηρημένο ορισμό. Θα προσπαθήσω με
συγκεκριμένες έννοιες και θα γίνει αμέσως φανερό: μια σπείρα είναι ένα
φίδι χωρίς φίδι που τυλίγεται κάθετα γύρω από το τίποτα.
Όλη η λογοτεχνία είναι μια προσπάθεια προκειμένου η ζωή μας να γίνει
πραγματική. Όπως το γνωρίζουμε όλοι μας, ακόμα κι όταν ενεργούμε χωρίς
να το γνωρίζουμε, η ζωή είναι απολύτως μη πραγματική στην άμεση
πραγματικότητα της. Οι εξοχές, οι πόλεις, οι ιδέες, είναι πράγματα
απολύτως πλασματικά, τέκνα της πολύπλοκης αίσθησης του ίδιου μας του
εαυτού. Όλες μας οι εντυπώσεις είναι αμετάδοτες, εκτός κι αν τις κάνουμε
λογοτεχνικές. Τα παιδιά είναι πολύ λογοτεχνικά γιατί λένε πώς
αισθάνονται και όχι πώς πρέπει να αισθάνεται κάποιος συμφώνα με το πώς
αισθάνεται κάποιος άλλος. Μια μέρα άκουσα ένα παιδί να λέει, θέλοντας να
πει πως ήταν έτοιμο να κλάψει, όχι "Μου ‘ρχεται να κλάψω", που θα ήταν
αυτό που θα έλεγε ένας ενήλικας, δηλαδή ένας ηλίθιος, αλλά "Μου ‘ρχονται
δάκρυα". Και αυτή η πρόταση, η απολύτως λογοτεχνική, σε σημείο που θα
την αποδίδαμε σε κάποιον φημισμένο ποιητή, αν βρισκόταν κάποιος για να
την πει, αναφέρεται σαφέστατα στη θερμή παρουσία των δακρύων που πέφτουν
από τα βλέφαρα, τα οποία έχουν πλήρη συνείδηση της υγρής πικράδας. "Μου
‘ρχονται δάκρυα!". Το παιδάκι αυτό όρισε θαυμάσια τη σπείρα του.
Να λες. Να ξέρεις να λες.
Να ξέρεις να υπάρχεις μεσ’ από τη γραπτή φωνή και τη νοητική εικόνα!
Η
ζωή δεν αξίζει τίποτα παραπάνω: το παραπάνω είναι άντρες και γυναίκες,
υποθετικοί έρωτες και ματαιοδοξίες ψεύτικες, προφάσεις της πέψης και της
λήθης, άνθρωποι που κινούνται πάνω κάτω, σαν ζώα όταν ανασηκώνουμε μια
πέτρα, κάτω από τον μεγάλο αφηρημένο βράχο του γαλάζιου δίχως νόημα
ουρανού.
FERNANDO PESSOA: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ