.

.
.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Κολοκούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Κολοκούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

Σατυρίαση ξανά (κείμενο: Ηλίας)


Σατυρίαση


Η καμπάνα χτυπούσε. Πένθιμα και αραιά. Στο μικρό χωριό Βουβά είχε προσγειωθεί μια βαριά θλίψη. Μικρό χωριό ο Βουβάς, ξέρανε όλοι όλους κι αγαπιούνταν. Σήμερα ήταν η κηδεία του καημένου του γερο-Διαμαντή. Ο Διαμαντής ήταν ένας καλούλης ανθρωπάκος, δεν ενόχλησε στην ήσυχη ζωή του ποτέ κανέναν. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Όλοι στον Βουβά ζούσαν περιμένοντας τον γερο- Διαμαντή, γιατί ο Διαμαντής ήταν ταχυδρόμος. Ξεκίναγε από το πρωί και έφερνε βόλτα όλα τα πέτρινα σοκάκια του Βουβά. Τον είχαν ζήσει όλοι οι χωριανοί, μαζί του, και στις χαρές και στις λύπες. Πρασινομάτες Κρητικοπούλες, όμορφες κοπελιές σαν τα κρύα τα νερά στέκονταν στο παραθύρι, περίμεναν και μόλις ακουγόταν το «Ντριννν» από το ποδηλατάκι του Διαμαντή, να: ερχόταν απ’ την γωνία, κι οι πρασινομάτες αναψοκοκκίνιζαν. Γράμμα του αγαπημένου τους από τον στρατό. Μαντιλοφορεμένες, υπομονετικές γιαγιούλες με σταυρωμένα τα χέρια, περιμέναν, περιμέναν, χρόνια πολλά το γράμμα του γιόκα τους απ’ το Μεγάλο Κάστρο, το Ηράκλειο. Μερικές δεν ξέρανε να διαβάζουν τα Ελληνικά που μάθαιναν να γράφουν στα παιδιά στο σχολείο. Ξέρανε να παρλάρουν μεταξύ τους διαλέκτους που δεν γράφονταν πια. Κι έτσι, όταν ερχόταν ο Διαμαντής, μπονόρα-μπονόρα με το κουδουνιστό ποδήλατό του, τον έβαζαν να τους διαβάζει τι νέα από το Ηράκλειο έλεγε το παιδί. Κι ο καημένος ο Διαμαντής τους τα διάβαζε πάντα ωραία και καλά, έβγαζε όλους τους ξενιτεμένους του πέτρινου Βουβά να έχουν τακτοποιηθεί, να έχουν μια καλή και ευχάριστη δουλειά στο μεγάλο, μακρινό Ηράκλειο. Ο Διαμαντής ήθελε να ’ναι όλοι χαρούμενοι.
          Τα τελευταία χρόνια ο Διαμαντής είχε γίνει ένα σεβαστό γεροντάκι. Ζούσε με τη γυναίκα του, την άλλοτε ποθητή Ρηνιώ σ’ ένα σπιτάκι στην πλατεία του χωριού, πίσω απ’ τον μεγάλο πλάτανο. Αγαπημένος όλων, συνέχιζε να βολτάρει τα λιθόστρωτα με το ποδηλατάκι του. Όλοι τον αγαπούσαν κι όμως όλοι ξέρανε πολύ λίγα για αυτόν. Η λογική θα μας έκανε να περιμένουμε σήμερα έναν Βουβά βουτηγμένο στα δάκρυα και τη θλίψη. Μια μορφή του παλιού χωριού είχε πεθάνει. Ναι, το φαντάζομαι, ένας Βουβάς βουβαμένος, σκυμμένος και κατηφής. Ωστόσο, κάτι φαινόταν να μην πηγαίνει καλά τη σήμερον ημέρα. Θες που δυσκολεύονταν να κλείσουν την κάσα του μακαρίτη του Διαμαντή, θες που ο καιρός ήταν ανώμαλα ζεστός για Γενάρη μήνα, ο ήλιος έλαμπε, δεν ξέρω. Για να μην τα πολυλογώ, στην αυλή του Αη-Γιώργη, της εκκλησίας όπου θα ετελείτο η εξόδιος ακολουθία, βρισκόταν όλος ο Βουβάς. Ένας Βουβάς λυμένος απ’ τα γέλια, γέροι και νέοι ξεκαρδισμένοι. Άτιμε Διαμαντή, τι σκάρωσες και γελάνε όλοι; Τόσο απάνθρωποι είναι; Μα, να μη κλαίνε το χαμό σου;
          «Μα να μην κλείνει η κάσα;»
          «Εγώ μαθές, τ’ άκουσα καθώς στα λέγω. Πριχού τόνε καπακώσουνε, πασχίζανε, λέει, τόνε δέσαν απ’ τη μέση με δυο σεντόνια, και φέρανε ειδικό πανταλόνι, τρεις χέρες πιο φαρδύτερο! Ε, ρε το έρμο το ξόδι του!»
          «Αμέ, με την κάσα ίντα γινε; Τρούπησε στη αρχή το από πάνω τση, κ’ έφερε ο νεκροθάφτης άλλο, άλλο ξύλο…»
          «Τέτοιος ήντονε από πάντα ο Διαμαντής κι ας μη του φαινόντανε. Ήθελε να κάμει σαματά. Όντε ήμουνα νια και περίμενα απόκριση τ’ αντρούλη μου απ’ το αντάρτικο –διαολεμένε Βενιζέλε, ωραίος, αντάρτης και ηγέτης, αλλά μας τα είχες πρήξει πολύ να πούμε- ε, περίμενα γράμμα απ’ το Μανολιό μου κι ο Μανολιός δε γιάγερνε… Και φάντης μπαστούνης ένα πρωί, ο Διαμαντής! Εμπούκαρε στο σπίτι σα σίφουνας και δεν εκούναε ρούπι, καθόντανε με τσ’ ώρες. Τ’ ακούς τρελοκαμπέρω Αννιώ; Θαρρείς ήσουν η πιο ομορφότερη τάχα μου, τότε! Δύο ώρες, δύο ώρες το λιγότερο! Κι όχι μια βολά, καθημερνά!»
          «Ρώτηξε κ’ εμένα! Σε μένα καθόντανε τέσσερις κακομοίρα Κυριακούλα! Μια βολά, νά σου τονε! Μπονόρα-μπονόρα και να του λέω Χριστιανέ μου είμαι βαρεμένη, δε μπορώ! Το ’φερνα από ’δω, το ’φερνα από ’κει, ντιπ! Να του ματαλέω, 8 το πρωί, δε μπορώ, κι’ ατός του εκειά, ακούνητος! Ε, τι να έκαμα, στάθηκα σαν τη μπετροπέρδικα… Αλλά, τα μισοκατέχεις τσ’ εσύ…»
          «Αέρας κοπανιστός, φίλε Κωσταντή, αέρας κοπανιστός. Όλο χαζεμάρες είναι οι κιαμένες. Ο Διαμαντής ήντονε ένας υπαλληλάκος του ταχυδρομείου. Τα μιλούσε ωραία, ήντονε όλο καλαμπούρια, αλλά τ’ αποδέλοιπα που λένε γι’ αυτόν, αθιβολές και παραμύθια τω γυναικώ, για να γελάμε!»
          «Κιαμ’ ίντα γερο-Νικολιό! Αθιβολές και ψόμματα! Σιγά μη… ο Διαμαντής; Με το ποδηλατάκι και τη σέλα ολημερίς στον πισινό του; Ο ψεύτης με το ψόμα του εκέρδισε ένα τάσι, τόση είναι κ’  η αξία του κι ας βλέπει μη τη χάσει! Χαχα…»
          «Εγώ κι αν είμαι είκοσι χρονώ, μικιό κορίτσι και δεν έχω ζήση γιομάτη ακόμη, είμαι σίγουρη πως κάτεχω καλά κ’ εχτιμώ σωστά τον γερο- Διαμαντή! Καλέ κυρά-Ρηνιώ, δε φέρνεις ένα κομμάτι από κέηκ για το γερο-Κωσταντή; Πεινασμένο τόνε βλέπω…»
          Κι όλο κάτι γέλια αμούστακων μπομπίρων κι όλο κάτι κάζα και πλάκες κι ένας στωικός παπάς με το παπαδάκι να παιδεύονται να μη γελάσουν. Σα δε ντρέπονται, λέω ’γω…
          Ο γερο- Διαμαντής ήταν ένας καυλοπυρέσσων άνθρωπος. Ο καημενούλης έπασχε από σατυρίαση. Σαν τον αρχαίο θεό, τον Πρίαπο, δεν μπορούσε να τιθασεύσει το μόριό του. Μεγάλος πια, άκουσε κάποτε για την διάσπαση του ατόμου, έτσι, σε μια συζήτηση στο καφενείο και νόμισε πως θα διασπάσουν και το μόριο. Κωλοχάρηκε είναι η αλήθεια. Αλλά πού; Η καύλα-καύλα… Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Όπως όταν πήγαινε το γράμμα, στις χήρες και στις παρατημένες και τις κερνούσε και γλυκό. Και τώρα; Ακόμα και τώρα. Όρθιο εκεί, να στέκει, φίδι, αναμμένη λαμπάδα και δαυλός. Οι κυρές που ήρθαν να πλύνουν το «νεκρό» του σώμα, τα χρειάστηκαν. «Μωρή κουζουλάθηκες; Σταμάτα σα δε ντρέπεσαι, πεθαμένο άθρωπο να τονε φιλείς! Εκειά! Σταμάτα μωρή!» είπε η κυρα-Κούλα. Η γυναίκα του, η Ρηνιώ, πάσχισε με σεντόνια και σχοινιά να το τιθασεύσει. Αυτό εκεί. «Θα τονε καπακώσω» λέει και στην απότομη απόπειρά της τρύπησε το καπάκι της κάσας. Και φέραν άλλο καπάκι, από ξύλο διαφορετικό και φαινόταν η διαφορά. Κι έβλεπες τώρα όσους τον αγαπούσαν, τον καημένο τον Διαμαντή, να γελάνε, να ’χουν ψοφήσει απ’ τα γέλια. Κι έβλεπες έναν Θάνατο απλωμένο πάνω απ’ τον Βουβά, με το δρεπάνι και τη μαύρη κάπα του. Έναν Θάνατο τσαντισμένο, να δαγκώνει τα χείλη και να χτυπάει χάμω το δρεπάνι και να μονολογεί βραχνά:
          «Κανείς δεν με υπολογίζει σε τούτο το χωριό! Ου να μου χαθείτε παλιοτόμαρα! Θα σας θάψω ούλους! Ό,τι κι α φέρει η ανατολή, η δύση θα το πάρει.»
         
         
Κάτι χρόνια μετά…


Ο Ντίμης είναι εγγονός του Διαμαντή. Πηγαίνει στο Τριακοσιοστό Τρίτο Δημοτικό Ηρακλείου. Εδώ και χρόνια που ήρθε η οικογένεια στο Ηράκλειο, ο Ντίμης ξέμαθε από τα κρητικά. Άντε ένα παχύ «και» να πετάξει πού και πού. Ο παππούς, ο Διαμαντής ο Σκληροκεφαλάκης με τ’ όνομα, ταχυδρόμος στο επάγγελμα έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Ο γερο-Διαμαντής έπαιζε λύρα. Αλλά όχι. Ο μπαμπάς του Ντίμη θέλει να έχει ευρωπαϊκή παιδεία το παιδί. Κι έτσι στέλνει το Ντίμη να μάθει πιάνο. Όχι μόνο πιάνο. Και Οδηγούς τον στέλνει, και κατηχητικό στον Άη-Μηνά και δεν συμμαζεύεται… Εκείνον τον έρμο το Ντίμη όταν έρχεται το Σάββατο τον πιάνει μια απελπισία. Κι αυτό το Σάββατο ειδικά που έχουν και πάρτυ αποκριάτικο με το σχολείο, δεν μπορεί άλλο.
«Φουήτ φουήτ! Φουήτ φουήτ!» σφύριξε δυνατά ο μπαμπάς του Ντίμη, ο Νικολιός ο Σκληροκεφαλάκης με τ’ όνομα. «Τι σφυράς ρε πατέρα; Σκύλος είμαι; Ξύπνησα…» απεκρίθη βαριεστημένα ο Ντίμης. «Έλα, έχεις πιάνο με την Αννιώ» επέμεινε ο μπαμπάς. Ναι, πιάνο… Άσε μας ρε μπαμπά που κάνω πιάνο. Εγώ θέλω να παίξω κανένα τραγουδάκι του (((()))))) κι εκείνη η δασκάλα η Άννα όλο να με μάθει την ενάτη του Μπετόβεν θέλει, την «Ωδή Στη Χαρά!» Χαρά στην ωδή… Μια βλακεία και μισή είναι και ποτέ δεν την καταφέρνω δύο χρόνια τώρα. Κάθε φορά η κυρία Άννα –πολύ όμορφη η κυρία Άννα, αλλά μεγάλη γαμώτο- κάθε φορά, αφού έχει κουραστεί με το πιάνο και την αδυναμία μου με βάζει να χτυπάω το τραπέζι της σα χαζός, να μάθω τους ρυθμούς λέει. «Αυτό είναι ρούμπα, αυτό είναι βαλς» Ούτε εκεί τα καταφέρνω. ‘Ύστερα δεν μπορεί πια άλλο, πάει στην βιβλιοθήκη και βγάζει την «Κάρμεν» του Μπιζέ με την Μαρία Κάλλας και την ακούμε στο πικάπ. Πάλι καλά που κάνει αυτή την κίνηση, ωραία είναι να ακούμε την «Κάρμεν». Πρέπει να είχε πολλά λεφτά η Κάρμεν, γιατί κάθε φορά τραγουδάει χαρούμενη.
Αυτό το πρωινό Σαββάτου δεν έχει κάτι το διαφορετικό. Μόνο που σήμερα ο μπαμπάς Νικολιός πρέπει να ανέβει στο Ζαρό να φέρει κάτι κρασιά που έχει καπαρώσει κι έτσι το Ντίμη θα πάει στους Οδηγούς η κυρία Άννα. Στα γρήγορα, κουράζονται με το πιάνο, ξεπετάνε το τραπέζι, ηρεμούν άλλη μια φορά με την «Κάρμεν» κι ετοιμάζονται να πάνε στους Οδηγούς. «Πολύ ωραίος είσαι με την στολή Ντιμάκο!» λέει η κυρία Άννα. Τι το ’θελε; Κι εσείς κυρία πολύ ωραία είστε, κάθε φορά, ό,τι χρώμα φούστα κι αν φοράτε. Σας αγαπώ, εσείς με αγαπάτε; Θέλει να κάνει την πρώτη του ερωτική εξομολόγηση ο Ντίμης. Αλλά είναι μεγάλη η κυρία, πρέπει να είναι ίσαμε εικοσιτριών χρονών, έχει πάει και στο Πανεπιστήμιο που πάνε οι πολύ μεγάλοι με τα μούσια, άσε καλύτερα…
«Έλα θα σε βοηθήσω να ανεβείς» λέει η κυρία Άννα στο Ντίμη και τον ανεβάζει στο μηχανάκι. Πότε θα ψηλώσει επιτέλους, να ανεβαίνει μόνος του; Είναι η πρώτη του φορά σε μηχανάκι. Ο Ντίμης φοβάται. Στο Ηράκλειο μέσα έχει πάρα πολύ κίνηση, κι ώσπου να φτάσουν στη Φωλιά με τους Οδηγούς, ο Ντίμης πάει να σκάσει. «Πιάσου καλά παιδί μου!» φωνάζει η κυρία Άννα. «Θα πέσεις!» Αλλά ο Ντίμης δεν πιάνεται. Τι να την πιάσει; Η κυρία Άννα είναι ωραία και έχει βυζιά. Άμα την πιάσει καταλάθος στα βυζιά της; Κι αν βγάλουν γάλα και λερωθεί; Δεν μπορεί να το κάνει αυτό! Θα τον κοροϊδεύει μετά. «Πιάσου μη σε αφήσω και πας με τα πόδια αφαιρεμένο!» Ο Ντίμης υποχωρεί. Πιάνεται από τα πλάγια του δερμάτινου μπουφάν της. Ωραία υφή έχει. Σαν τη φλοκάτη στο σπίτι. Αλλά, ξαφνικά, κάτι ανάμεσα στα ποδαράκια του Ντίμη κουνιέται. Μα δεν του έρχεται να πάει για πιπι. Τι πράγματα είναι αυτά; Λες να τον καταλάβει η κυρία Άννα; «Κράτα με σφιχτά» του λέει. Κι εκείνος πασχίζει μην ακουμπήσει το πουλάκι του που έχει γίνει όπως όταν πάει τουαλέτα στο παντελόνι της. Αγωνία. Τι θα γίνει αν τον καταλάβει; Ένα φορτηγό περνά ξυστά από το μηχανάκι τους. Ο Ντίμης πάει να τα κάνει από τον φόβο του και γραπώνεται κολλητά από την κυρία Άννα. Αυτό ήταν, τον κατάλαβε κι ούτε μάθημα θα του κάνει κι ούτε θα μπορεί να την κοιτάει όταν κλείνει τα μάτια κι είναι τόσο όμορφη όποτε ακούνε την «Κάρμεν». Πω, πω ντροπή. «Έλα, κατέβα, φτάσαμε Ντιμάκο!» του λέει. Ρε δεν κατάλαβε τίποτα; Ουφ… Μια ανακούφιση, για να μην πώ αννακούφιση κυριεύει το Ντίμη.
Δυο ώρες με κουκλοθέατρο, πτυχία και τραγουδάκια για την κατασκήνωση περνάνε ήρεμα στους Οδηγούς. Κάποια στιγμή ο Ντίμης αναρωτιέται γιατί δεν τον πήγε ο μπαμπάς στους Προσκόπους, εδώ στους Οδηγούς όλο κορίτσια είναι κι όλο κουτσομπολεύουν. Βέβαια είναι πολύ όμορφες, αλλά όλο μεταξύ τους μιλάνε. ‘Ήρθε το μεσημέρι και πάει σπίτι, η μαμά έχει φτιάξει καλαμαράκια αλλά έχει τα νεύρα της. Μετά ο Ντίμης χαζεύει λίγο την πανέμορφη Λώρα Ίνγκλς από το Μικρό σπίτι στο λειβάδι. Πότε έφτασε το απόγευμα και πρέπει να ντυθεί πειρατής για το πάρτυ; Ντύνεται κι ο μπαμπάς τον πάει βιαστικά με το Skoda του στο «Σκάνδαλο» τη ντισκοτέκ που γίνεται το πάρτυ μασκέ. Ο Ντίμης έχει ξεχάσει το σπαθί του στο σπίτι κι είναι πολύ τσαντισμένος. Τουλάχιστον πήρε τον γάντζο του και μοιάζει με τον Κάπτεν Χουκ.
Κάθεται ήρεμος στο μπαρ. Πίνει σιγά σιγά την πορτοκαλάδα του. Γαμώτο, έχει ανθρακικό και τον καίει… Τα κορίτσια χορεύουν το «Πόσο μ’ αρέσει ο τρόπος που μ’ αγαπάς» και γελάνε. Κάποια στιγμή ο ντιτζέη βάζει να παίξει το «Γιάνκα». «Α, σήκω να χορέψουμε! Τώρα!» λέει η μικρή Βενίτα στο Ντίμη. Τι να κάνει σηκώνεται. Τα άλλα παιδιά έχουνε κάνει τρενάκι κα χορεύουνε γύρω γύρω στο «Σκάνδαλο». Κι ο Ντίμης στην ουρά, η Βενίτα μπροστά του. Κάποια κοπέλα πίσω του τον σπρώχνει και κολλάει πάνω στη Βενίτα. Πάλι τα ίδια, το πουλάκι του Ντίμη κουνιέται σα το φιδάκι τον αστρίτη. Ακουμπάει τη φούστα της Βενίτας που έχει ντυθεί Βασίλισσα του Χιονιού. Πω, πω, θα τον καταλάβει, αυτή τη φορά δεν την γλιτώνει. Πρέπει να κάνει κάτι. «Συγγνώμη, με παίρνει ο μπαμπάς στο κινητό!» φωνάζει απότομα και τρέχει για την τουαλέτα. Μπαίνει μέσα, γδύνεται, κοιτάει χαμηλά και κλαίει…

Ειδύλλιο αστικό


Μόνιμοι Στύλοι

του Ηλία Κολοκούρη



Ειδύλλιο αστικό





Μέσα σε όνειρο ήρθε εκείνη. Η άτιμη, η πεταλώτρια αλόγων και παράλογων προσδοκιών. Ήρθε κι όλο μπούρου μπούρου, σα τη μπουρού του Τέλη του ψαρά στο αυτί εκείνου, που ο Τέλης έχει πια εντελώς κουφαθεί κι άμα βάλει όστρακο στο στόμα του δεν αφήνει ου για ου.

Ω, κι όταν ήρθε εκείνη, η μία, η μοναδική, η που άλλη τέτοια δεν υπάρχει. Ήταν μεγάλη ευκαιρία όταν την είδε εκείνος. Έλαμπε από νιότη, έσφυζε από απογοήτευση κι ήταν όσο πιο ευάλωτη γίνεται. Κι όλα κυλούσαν σε έναν παρατεταμένο παρατατικό, που όλα αιώνια τα κάνει κι είναι πολύ βολικός για τους μέτριους που καμώνονται πως γράφουν.

Πολεμούσαν με πράσινες άγουρες ντομάτες για να φθάσουν ως εδώ. Κονιορτοποιούσαν αδέσποτες κοκκινωπές πασχαλίτσες για να ’ναι άδειο το μονοπάτι κι ελεύθερος ο λασπερός δρόμος. Ξεκάνανε κι ίσαμε με δυόμισι ντουζίνες, δηλαδή πέντε εξάδες ή αλλιώς έξι κώμα έξι σκώμμα έξι έξι έξι τεσσεραμισάδες δεκαοχτούρες που αφόδευαν στα μπαλκόνια της και δεν μπορούσε ο Περικλής ο περίεργος να πάρει μάτι, κι όλο εις μάτην να προσπαθεί τις ρώγες του σταφυλιού της Αλίκης να δει.

Ήταν ωραία τούτη η μάχη. Ξεπερνούσαν διαρκώς τους εαυτούς τους συντρόφισσες και σύντροφοι. Αλλά παραμένανε σύντροφοι, τρέφονταν με τις ίδιες πάστες φλώρες, τι κι αν οι κένταυροι τους λέγαν φλώρους. Εκείνοι, τα δυό τους είχαν τα αυτιά τους κλειστά στις σειρήνες. Τα αυτά τους ανοιχτά, σε θέα κοινή, για περάστε, για περάστε, τάχα ψάχνεστε, πού να ’στε;

Ή αντίσταση ήταν απέναντι από τη στάση Κοτοπούλη, κι εκείνος, ο Περικλής, πήγαινε συνέχεια εκεί αν και φοβόταν για διοξίνες και νόσους των πουλερικών. Μαζεύονταν εκεί και κακάριζαν ίσαμε το πρωί, κι ο Γαβριήλ έκανε έναν πολύ κουφό ήχο με το πόδι του σα να κλάνει μηρμύγκι. Κάποτε είχαν πια φτάσει στο Αμήν κι ο Γαβριήλ σηκώθηκε απ’ τον τοίχο που τον είχαν βάλει για εκτέλεση οι αγιογράφοι, όπως τότε με την Κατοχή, σηκώθηκε ο Γαβριήλ κι άρχισε να μοιράζει ψωμί κι οίνον στα παιδιά. Αρχικά σκεφτόταν να φέρει καραμέλες, αλλά μετά είπε, Κοτζάμ Γαβριήλ, με τόσα φτερά, θα τους φανούν ύποπτες οι καραμέλες.

Κυνήγι που τράβηξε αυτός ο έρως. Ανοίγανε τρύπες στους τοίχους, χώνανε εκεί μέσα τα χέρια τους κι ελπίζανε να τους περάσουν για κουλούς και να τους λυπηθούνε. Αλλά πώς και πότε ξεκίνησαν όλα αυτά;

Ήταν ημέρα Τρίτη. Εβδομάδα δεύτερη των κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας για την δολοφονία του μαθητή Γρηγορόπουλου. Φορά πρώτη που η Αλίκη θα κατέβαινε σε πορεία. Μαθήτρια Δευτέρας Λυκείου η Αλίκη, όχι ιδιαιτέρους πυρηνικής οικογενείας. Σα τσαντισμένο ηλεκτρόνιο ήθελε όλο να φύγει. Καταγωγής Σαλονικιώτικης, τουτέστιν με ελευθερίες και ταξίδια συχνά δίχως ενοχές για το απουσιολόγιο.

Τον προηγούμενο μήνα η Αλίκη πήγε στην Σαλονίκη για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Εκεί, σε ένα πάρτυ στο Residents η Αλίκη γνώρισε τον Χέσους, έναν θεότρελο και όμορφο Ισπανό που της πούλησε φούμαρα κι έρωτες, ή μάλλον για την ακρίβεια της πούλησε ένα μικρό μπουκαλάκι LSD.

Η Αλίκη ήθελε μέρες τώρα να κατέβει στις πορείες, αλλά φοβόταν. Σήμερα, ημέρα Τρίτη αποφάσισε να το τολμήσει. Όπως τότε, στο Γυμνάσιο, που τα ζήτησε στον Αλέξη ωσάν ξετσίπωτη, αλλά για να πάρει θάρρος είχε πιει πρώτα δύο Gordons Space, έτσι και σήμερα. Πήρε τον ηλεκτρικό και κατέβηκε απ’ τα Άνω Πατήσια στην Ομόνοια. Βέβαια, πρώτα τίναξε στη γλωσσίτσα της με το σταγονόμετρο δύο σταγόνες LSD, στην τσέπη την ταυτότητά της κι αυτά. Στη διαδρομή στον ηλεκτρικό έβλεπε πράσινες φωτιές απ’ τα παράθυρα και θηλυκές στρουθοκαμήλους να παραπονιόνται όρθιες που πάλι δεν περνάνε τα τρόλεϋ απ’ την Σταδίου.

Έφτασε κάποια στιγμή στην Ομόνοια κι ανηφόρισε στην Πανεπιστημίου. Δεν ήξερε και πολύ από κέντρο, σχολείο πήγαινε στο Κολλέγιο Αθηνών. Ωστόσο, αφού συνάντησε διάφορους αδιάφορους ελαστικούς ελέφαντες και αλκοολικές αρκούδες, συνάντησε και τη φίλη της τη Νεφέλη στο ύψος των λουκουμάδων, Πανεπιστημίου και Χαριλάου Τρικούπη, λουκουμάδων απαύγασμα.

Η Αλίκη κρατήθηκε και δεν είπε στη Νεφέλη ότι η μύτη της τής φαινόταν πολύ πουά σήμερα, κι έτσι οι δύο συμμαθήτριες άρχισαν να πορεύονται διαμαρτυρόμενες για χοιρινά και λοιπά λιπώδη όργανα της τάξεως. Κάποια στιγμή έφτασαν Σταδίου και Αιόλου. Κι εκεί άνοιξε ο ασκός του Αιόλου που είχε μέσα λιποθυμιογόνα.

Εκεί βρισκόταν ο Περικλής, περικυκλωμένος από άλλα χοιρινά. Καταγωγής Καλαματιανής ο Περικλής, τουτέστιν Sweet Home Kalamata, where the grasses grow high! Αλλά όχι. Ο Περικλής ήταν από μια φτωχή, στο νοίκι συνεχώς και συνετή οικογένεια. Ο μπαμπάς ευπρεπώς υπάλληλος του δήμου –ειλικρινώς σκουπιδιάρης– κι η μαμά γκραν μέτρ της χοτ κουτούρ –ειλικρινώς μοδίστρα–.

Ο Περικλής τα πήγαινε καλά στο σχολείο, ήθελε να σπουδάσει Θεατρικές Σπουδές, αλλά κάπου εκεί στη Δευτέρα Λυκείου κατάλαβε ότι πρέπει να βγάλει λεφτά. Τσαντισμένος, πήγαινε στις καταλήψεις, «Κάτσε καλά Γεράσιμε!» φώναζε κι άκουγε Χάρτινο Τσίρκο, άκουγε την αγάπη, Pink Floyd και Jimi Hendrix.

Αλλά έπρεπε να βγάλει λεφτά. Στα δεκαοχτώ, όλοι του οι φίλοι μετακομίσαν από την Καλαμάτα σε Αθήνες και Θεσσαλονίκες, φοιτητική ζωή και φοιτήτριες. Αυτή η μαγική κι άπιαστη λέξη. Κι ο Περικλής; Ο Περικλής μπήκε στις ειδικές δυνάμεις, βούλιαζε, βούλιαζε σε πισίνες Γενάρη μήνα, κόντευε να πνιγεί και μέσα σε τέσσερα χρόνια ο Περικλής είχε γίνει εικοσιδύο χρονών ΜΑΤατζής. Απ’ τους χειρότερους. Στα ντου στους διαδηλωτές έμενε πάντα πίσω κι όλο τον απειλούσαν οι διμοιρίτες.

Σήμερα, ημέρα Τρίτη, ο Περικλής είχε κουραστεί πια. Εβδομάδα δεύτερη των κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας για την δολοφονία του μαθητή Γρηγορόπουλου. Φορά πρώτη που ο Περικλής θα άνοιγε ένα από τα πακέτα που του έστελνε ο θείος του απ’ την πατρίδα.

Sweet Home Kalamata, θεία τα ελέη σου. Άγρια χαράματα, τέσσερις το πρωί. Το μεσημέρι ο Περικλής θα έπιανε δουλειά Αιόλου και Σταδίου, και τώρα, μέσα στα άγρια χαράματα κάπνιζε χασισάκι άγιο της πατρίδας του, δίχως να χαιρετά γαλανόλευκες, κάπνιζε πρώτη φορά κι άκουγε ξανά και ξανά το Dark Side Of The Moon, και κάθε φορά ακουγόταν αλλιώτικο, σα να άνοιγε ένα κουτί με κάτι άλλο μέσα, σαν ατελείωτη μπάμπουσκα.

Είχε αποφασίσει να το πάει έτσι ως τις έντεκα. Μήνες τώρα είχε πέσει σε ένα διπολικό, άκρατη χαρά όταν άκουγε μουσική κι άπατη θλίψη όταν έφευγε για τη δουλειά. Και μανία καταδίωξης ότι θα καταλάβει κάποιος περαστικός πως αυτός, ο Περικλής, είναι ένας από εκείνους. Ένας παγωτατζής. Εεεε, ένας ΜΑΤατζής.

Πώς σκατά έμπλεξε σ’ αυτή την δουλειά; Δεν γινόταν υδραυλικός; Ν’ αναγκάζεται να κυνηγά κορίτσια με ράστα μαλλιά κάθε μέρα;

Οι καπνοί απ’ το στριφτό είχαν μεταμορφώσει την πειραιώτικη γκαρσονιέρα του Περικλή σε ψησταριά. Οι κόρες των ματιών του είχαν διασταλεί σαν ομπρέλες μαύρες.

Η ώρα πήγε έντεκα, ο Περικλής έστριψε άλλα δυό, δεν τον ένοιαζε αν θα τον παίρνανε πρέφα οι άλλοι. Άλλωστε είχε χρησιμοποιήσει RIZLA πράσινα μικρά κι αθώα σαν κανονικού σιγαρέτου. Το αποφάσισε. Θα κάπνιζε στο πόστο του, Σταδίου και Αιόλου κι ας πάνε στου διαόλου οι διμοιρίτες.

Η ώρα δώδεκα και μισή, ο Περικλής άναβε το δεύτερό του αμαρτωλό τσιγάρο. Τότε μια εντολή ήρθε, άνευ εξήγησης, ο διμοιρίτης ούρλιαξε «Πάνω τους!». Ο Περικλής δεν έφτυσε το τσιγάρο του, παρέλειψε να φορέσει αντιασφυξιογόνο μάσκα και κατέβασε ίσα το πλαστικό κάλυμμα του κράνους του, σχηματίζοντας έναν Ι.Χ. τεκέ γύρω από το πρόσωπό του. Ετοιμάστηκε απελπισμένος.

Μα ξαφνικά άρχισε να βρέχει λουλούδια. Η Σταδίου έγινε βοσκοτόπι για τα δύο παιδιά. Στα μπαλκόνια κατσικούλες βελάζανε κι ένα ρυάκι κυλούσε ως τον υπόνομο της διασταυρώσεως. Η Αλίκη είδε τον Περικλή. Κι ο Περικλής είδε την Αλίκη. Ο Περικλής είδε μιαν Αλίκη βοσκοπούλα, μια ζηλεμένη κόρη. Κι η Αλίκη είδε έναν Περικλή χαμένο ψαρά να κουβαλά κουπιά πάνω σε λόφους. Κι ύστερα πιαστήκανε χέρι με χέρι. Χορεύανε πάνω στις μαργαρίτες, πλέκανε στεφάνια απ’ τα μαραμένα λουλούδια της Κοραή, τραγουδούσαν σε ακατανόητες γλώσσες, τις αράχνες της Πολιτείας και του Κράτους ποδοπατούσαν και ταράντιζαν, ταράντιζαν, ταράντιζαν κι αιωρούνταν πάνω απ’ τη σάπια πόλη.

Ο Περικλής χάρισε στην Αλίκη την ανήλικη μια ερυθριούσα παπαρούνα, η Αλίκη στον Περικλή ένα λευκαντικό κρινάκι. Τα πουλιά κελαηδούσαν κι οι σειρήνες των σπασμένων των βιτρινών έκαναν μόκο. Μια ευωδία τυλιγμένη σε άνθινη ελευθερία γιόμιζε τον τόπο και τα δακρυγόνα σάπιζαν ληγμένα στα κλουβιά τους. Τα πέη ορθώνονταν και τα όπλα σκύβανε σκουριασμένα στις θήκες. Κι όπως τον έκτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου, ο Αθηναίος πολίτης Δικαιόπολις συνήψε χωριστή συνθήκη ειρήνης με τους Σπαρτιάτες.

Κι η Αλίκη με τον Περικλή έκαναν έρωτα στα λουλούδια επάνω. Κι ο καημένος ο μαθητής ξαναγεννιόταν.

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019

Ηλίαση (Κείμενο: Ηλίας)


Ηλίαση

Άκουσα σε μια ταξιδιωτική εκπομπή για την Κλειτορία Αχαΐας. Για να πω την μαύρη αλήθεια, είμαι κουφός. Δεν άκουσα για την Κλειτορία αλλά για την κλειτορίδα Αχαΐας. Μου ακούστηκε κάτι σαν Φέτα Ηπείρου, Γραβιέρα Κρήτης, Λαδοτύρι Ζακύνθου. Κάτι με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης. Κλειτορίδα Αχαΐας λοιπόν. Αυτή η παρεξήγηση δεν θα λυνόταν παρά πολύ μετά. Στην εκπομπή είπαν δυο κουβέντες για το χωριό, σημείωσαν με νόημα ότι μόνο γυναίκες ζούνε εδώ και έβαλε διαφημίσεις. Το χωριό δεν πρόλαβε να το δείξει, η περιήγηση θα άρχιζε μετά το διάλειμμα. Εγώ όμως δεν κρατιόμουν, έκλεισα αμέσως την τηλεόραση, έφτιαξα το σακίδιο μου και ξεκίνησα για τα τιμημένα χώματα της Πελοποννήσου. Γι’ αυτό τον κλειτοριδικό παράδεισο που ήδη τον έβλεπα: αιδοία παντού να σε κοιτούν ανενδοίαστα και ερυθριώντα. 

 
Τραίνο μέχρι την Πάτρα, κι έπειτα το τοπικό λεωφορείο ως τα Καλάβρυτα κι από εκεί θα έπαιρνα ταξί. Δυστυχώς δεν είχε δρομολόγιο την ώρα που έφτασα, αναγκάστηκα να περιμένω και στην όμορφη Κλειτορία έφτασα πια βράδυ. Έπιασα ένα οικογενειακό δωμάτιο στον ξενώνα «Ο Αρχαίος Κλείτωρ» κι έπεσα εξαντλημένος για ύπνο. Σκέφτηκα πως δεν πειράζει, σήμερα κοιμάμαι μόνος μου, αλλά αύριο αυτό το δωμάτιο θα είναι γεμάτο γυναίκες της Κλειτορίας. Σοφή επιλογή έκανα να ενοικιάσω οικογενειακό.
Το πρωί ξύπνησα θρασύτατος, κλειτοριδοδιψής. Βγήκα έξω και κοιτούσα γύρω σα σκυλί που περιμένει τις κροκέτες του. Βέβαια ήταν πολύ πρωί ακόμα, ποια Κλειτορίς, δηλαδή νεαρά της Κλειτορίας θα έβγαινε στις επτά το πρωί από το σπίτι της. Περπάτησα υποβόσκων το χωριό. Ωραίο χωριό μου φάνηκε, χτισμένο πάνω σε τούτο τον πράσινο λόφο, τον Κλείτορα. Πέτρινα σπίτια, προσεγμένα σοκάκια. Ένα καφενείο κοιμώμενο ακόμα, και ο αεί όρθιος πλάτανος δίπλα του. Η εκκλησία του αγίου Γεωργίου ντροπαλή, έστεκε σκυμμένη πλάι στο εν ουρανοίς σηκωμένο καμπαναριό της. Ως και τα πέτρινα σπίτια είχαν συγκαταβατικά σκύψει μπροστά στις αναιδείς καμινάδες που τεντώνονταν να φτάσουν ψηλά το άπειρο. Όλα σηκωμένα εν στύσει σε τούτο το χωριό φάνταζαν. Γρήγορα η ώρα πέρασε, κι η μανία μου δεν είχε φύγει. Ήταν πια δώδεκα, οι Κλειτορίδες νεαρές θα έπρεπε να τρίβουν τις ρώγες τους εεεεε, τις τσίμπλες τους και να βγαίνουν στον πρωινό ήλιο. Άλλωστε, δώδεκα είναι κι οι απόστολοι, επομένως τώρα έπρεπε να ξυπνάνε και οι Κλειτορίδες νεαρές.
Έστριψα ανυπόμονος σε ένα στενάκι, όταν άκουσα πίσω μου βήματα. «Εδώ είμαστε Ηλία!» είπα κι απότομα γύρισα να δω ποία περπατούσε οπίσω μου. Πίσω μου σ’ έχω σατανά κι όλο εκεί να είσαι μη το κουνήσεις ρούπι. Μα, τι να δω; Μια γηραιά Κλειτορίς γυνή, ζαρωμένη και με άσπρες τρίχες εδώ κι εκεί στο κεφάλι, μου χαμογελούσε λαχανιασμένη. Φάνηκε να με κυνηγούσε. Στο χέρι κρατούσε ένα πιάτο με μουσταλευριά. «Σε είδα να περνάς γιόκα μου» ξεστόμισε «από το παράθυρο. Χρόνια έχει να φανεί άντρας στο χωριό κι είπα να σε φιλέψω κάτι! Μουσταλευριά, φάε!» Στιγμή απελπισίας, αλλά όχι, συνήλθα, κάποια εγγονή θα έχει, τι στο καλό, σκέφτηκα, κόρη ή ακόμα καλύτερα εγγονή. Ανήλικο τελεία και παύλα. «Να είσαι καλά γιαγιά!» είπα ψευτοχαρούμενα κι υποδορίως υστερόβουλος. Η γιαγιά ξίνισε τα μούτρα της. «Όχι και γιαγιά!» είπε βραχνά. «Μα πώς;» ρώτησα τάχα κοινωνικώς «δεν έχεις εγγονάκια; Σίγουρα η κόρη σου θα σε έχει κάνει υπερήφανη, ε;» Κι η γιαγιά με προσγείωσε: «Όχι καλέ μου νέε, σε τούτο εδώ το χωριό δεν υπάρχουν παιδιά. Οι Γερμανοί το ’43 σκοτώσανε όλα τα αρσενικά του χωριού και τα αγόρια από το σχολείο. Έχουμε μείνει μόνο γυναίκες, οι περίφημες Κλειτορίδες Νύμφες αν έχεις ακουστά!» κι ένα χαμόγελο όλο υποσχέσεις ζωγραφίστηκε στα σταφιδιασμένα της χείλη καθώς εκείνη τα σούφρωνε με νόημα.
«Κι άκω κι αυτό» συνέχισε ανελέητη «δεν το λένε τα βιβλία: το χωριό εδώ, όπως και τα Καλάβρυτα ξεκληρίστικε. Γιατί; Θα σου πω εγώ γιατί. Εδώ τα βουνά ήταν γεμάτα αντάρτες, κομμουνιστές σαν τον Βελουχιώτη. Αλλά είχαν μεγάλη μανία. Ένα βράδυ πέτυχαν μια μεθυσμένη παρέα Γερμανών στον ύπνο. Τρύπωσαν στο καφενείο που καθόσαντε οι Γερμαναράδες και τους σκότωσαν όλους. Ύστερα μες στη νύχτα πήραν τα κουφάρια τους και τους άφησαν μπροστά στην Κομαντατούρ. Με τα αρχίδια τους κομμένα, με τα αρχίδια των Γερμανών κομμένα και χωμένα στα στόματα τους. Πεθαμένοι άνθρωποι, καθένας με τα αρχίδια του στο στόμα του. Στρινιάσανε οι Γερμανοί, τώρα θα δείτε σβάιν σβάιν είπανε και σκοτώσανε όλους τους άντρες του χωριού. Οι αντάρτες είχαν ήδη πάρει τα βουνά, και την πλερώσανε οι δικοί μας. Μόνον άντρες όμως. Γιατί είχε γίνει η δουλειά με τα αρχίδια. Κι έτσι μείναμε από τότε άκληρες γυναίκες και μεγαλώσαμε λιγάκι, αλλά όχι και γριές κούκλε μου! Ε;» και μου τσίμπησε το μάγουλο. Σε μια στιγμή αμηχανίας, σαν παιδούλα που της κάνανε κόρτε πήγε να ρίξει κάτω το πιάτο με τη μουσταλευριά. Μου ήρθε να ξεράσω με τα ναζάκια της. «Καλή μου κυρία όλα αυτά είναι αλήθεια; Καλό το καλαμπουράκι σου, αλλά δεν έπιασε καθόλου! Χεχε…» είπα μπας και μου έκανε πλάκα. Δεν μου έκανε. Την χαιρέτισα, ευχαρίστησα για την μουσταλευριά κι άρχισα να τρέχω για τον ξενώνα. Όχι, δεν μου έκανε πλάκα. Ο μέσος όρος ηλικίας της Κλειτορίας ήταν στα ογδόντα τρία χρόνια, το έλεγε κι ο Οδηγός του National Geographic. Και βέβαια το χωριό λεγόταν Κλειτορία και όχι Κλειτορίδα.
Έβαλα όσα είχα βγάλει στο σακίδιο, πλήρωσα την ξενοδόχισσα που στεναχωρήθηκε και «Να μας ξανάρθετε, πάρτε κι ένα γλυκάκι για τον δρόμο!». Βγήκα έξω, ο ήλιος έλαμπε. Ναι, το ταξί για τα Καλάβρυτα θα περνούσε το απόγευμα, πάρα πολύ ωραία… Άρχισα να ζαλίζομαι. Κάθισα κάτω από τον πλάτανο, όταν ένα τρομακτικό ποδοβολητό άρχισε να ακούγεται γύρω απ’ την πλατεία. Σκούπισα το μέτωπο, με είχε λούσει κρύος ιδρώτας. Σήκωσα απελπισμένο το βλέμμα: δεκάδες γριές, με ταψιά στα χέρια έτρεχαν προς το μέρος μου. Χτυπούσαν η μία την άλλη, φωνάζανε προς το μέρος μου και τρέχανε «Έλα μου να σε κεράσω, πέστροφα ψητή βρε μπερμπάντη!» «Φτιάχνω τη νοστιμότερη λαχανόπιτα στο χωριό, μη δε φας!» «Άσε τα αλμυρά παιδάκι μου, είναι νωρίς ακόμα! Σου έχω εδώ γλυκό τριαντάφυλλο να γλείφεις τα δάχτυλά σου! Κι όπου αλλού σου γουστάρει καυλιάρη μου!» Κι έτρεχαν ανελέητες οι Κλειτορίδες γυναίκες. Μια κρύωνα, μια ζεσταινόμουν. Απ’ τη σκιά του πλατάνου πετάχτηκα στην άκρη της πλατείας. Με χτυπούσε ο ήλιος. Όλη μου η ζωή πέρασε μπροστά από τα μάτια μου. Και λιποθύμησα.
Ξύπνησα το άλλο πρωί στο Νοσοκομείο του Ρίου. Δεν καταλάβανε τι ακριβώς είχα, μάλλον έπαθα ηλίαση και λιποθύμησα. Με αφήσαν να φύγω και μου είπαν να βγαίνω μόνο με καπέλο, η ηλίαση είναι επικίνδυνο πράγμα. Μετά την Κλειτορία και όλα αυτά τα τραυματικά συμβάντα δεν ήθελα να ξαναδώ γυναίκα. Κι είχα μια ανεξήγητη απώθηση προς κάθε τι θηλυκό. Όχι όπως θα το φανταζόταν κανείς όμως. Δεν άντεχα την οθόνη, την φιλολογία, την μορταδέλλα μόνο και μόνο επειδή ήταν θηλυκού γένους. Κλείστηκα στο σπίτι, δεν έβγαινα έξω ποτέ. Πάντα κατεβασμένα τα παράθυρα, κλειστή η τηλεόραση, απενεργοποιημένο το κινητό. Έφαγα ό,τι αρσενικό ή ουδέτερο υπήρχε στο σπίτι κι άφησα να σαπίζουν όλες οι ντομάτες, οι κομπόστες και οι σάλτσες που υπήρχαν στο ψυγείο. Μια μέρα πέρασα μπροστά από τον καθρέφτη.
Πώς είχα καταντήσει έτσι; Μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα μάτια, τα μαλλιά σα τη βούρτσα του μπογιατζή, γένια στα μούτρα σαν αλήτης. Έκανα μπάνιο κι έπεσα ξυρισμένος για ύπνο. Το πρωί πάλι στον καθρέφτη. «Ωραίος είσαι σήμερα μάγκα μου!» μονολόγησα. «Κι εσύ!» μου απάντησε ο καθρέφτης κι άρχισα να με κοιτάω απορημένος. Μου μιλούσα; Μου την έπεφτα; Τι γινόταν τελοσπάντων; Τα είπαμε λίγο. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Ναι, όλα πια βγάζανε νόημα. Μόνο εγώ με καταλαβαίνω τόσο καλά, μόνο εγώ μπορώ να με αγαπήσω τόσο άδολα κι απέραντα.
Τα φτιάξαμε αμέσως, εκεί, πάνω από το νεροχύτη. Στην αρχή μου έκανα λίγο τον δύσκολο, ότι τάχα δεν είμαι εγώ για μόνιμα πράγματα και τέτοια. Στο τέλος όμως ενέδωσα. Τι άλλο να έκανα; Δεν μπορούσα να μου αντισταθώ. Πήγα στο κρεβάτι και με αγκάλιαζα, με αγκάλιαζα με τέτοια στοργή όπως ποτέ δεν με είχε αγκαλιάσει καμιά τους. Το απόγευμα θα βγαίναμε το πρώτο μας ραντεβού. Έπρεπε να ετοιμαστώ καταλλήλως για να μου αρέσω. Μου τις έκοψα τις πολλές γλύκες, άλλωστε εγώ κι εγώ είχαμε μια σχέση που δεν θέλαμε να την μπερδέψουμε με το σεξ. Αν έμπαινε το σεξ στην μέση ίσως και να χαλάγανε όλα. Ντύθηκα όμορφα, μου έπιασα το χέρι και βγήκαμε από την πόρτα έξω, στο όμορφο νυχτερινό άστυ. Μακριά από νοσηρά χωριά με ανόσιες γραίες.
Με πήγα για φαγητό σε ένα πανάκριβο ρεστοράν. Εγώ παρήγγειλα πάπια πορτοκάλι. «Εσύ τι θα πάρεις καλό μου;» με ρώτησα. «Ό,τι κι εσύ αγάπη μου!» μου απάντησα ναζιάρικα. Ως και σε αυτό συμφωνούσαμε εγώ κι εγώ! «Δυο πάπιες πορτοκάλι λοιπόν γκαρσόν!» είπαμε μαζί. Τις καταβρόχθισα ολάκερες και τις δύο. Γαμώ, Γιάννης κερνάει Γιάννης πίνει. Άσε που όποτε έβγαινα με γκόμενα εκείνη άφηνε το μισό φαΐ στο πιάτο. Κι εγώ κρατιόμουν με νύχια και με δόντια να μη της το φάω. Σαβουάρ βιβρ και μαλακίες. Ενώ τώρα το έτρωγα όλο και δεν φοβόμουν μήπως παρεξηγηθώ μαζί μου. Έδειχνα κατανόηση απέναντί σε μένα. Τι ωραία που περνούσαμε. Ήμασταν σα μία ψυχή. Πού μου κρυβόμουν τόσα χρόνια; Τόσες ώρες, τόσος καιρός χαμένος ενώ αρκούσε να κοιτάξω στον καθρέφτη. Φύγαμε ευτυχισμένοι για το σπίτι. Δεν με χόρταινα. Στον δρόμο όλο σταματούσα στις βιτρίνες και με κοιτούσα, να μου στείλω ένα φιλάκι, να μου τσιμπίσω το μάγουλο, να μου χαϊδέψω το αυτί. Τι καλός που μου ήμουν! Αχ… Με περπάτησα ως το σπίτι. Ντροπαλά με ρώτησα αν θα ήθελα να ανέβω πάνω για ένα ποτό. Ανεβήκαμε τελικά παρέα. Μου έβαλα δυο διπλά ουίσκι έδωσα το ένα σε μένα και το άλλο το κράτησα για μένα. Ήπιαμε, μεθύσαμε. Κοιμήθηκα αγκαλιά με μένα μέχρι να ανατείλει ο ήλιος. Όλα δείχναν ιδανικά.
Το άλλο πρωί δεν ήταν τόσο ρόδινα τα πράγματα. Μου άρχισα τις σκηνές : «Τι νομίζω; Πως θα κρατήσει έτσι αυτή η ιστορία; Αν δεν ολοκληρώσουμε την σχέση μας, να δεθούμε, εγώ κι εγώ να γίνουμε ένα, καλύτερα να χωρίσουμε!»
«Άκου να σου πω» μου είπα «ακόμα δεν αρχίσαμε και πολύ βιάζομαι! Όλο εκεί το μυαλό μου! Έλεος πια, δεν νιώθω τίποτα για μένα; Μόνο σεξ θέλω; Κι άλλωστε τι έχω να μου προσφέρω; Το πολύ πολύ καμιά καλοδουλεμένη μαλακία, κατάλληλης τσόντας επιτρεπούσης…» Μου απάντησα με μια επίπλαστη ηρεμία «Έχεις δίκιο αγάπη μου, θα με περιμένω για όσο μου χρειαστεί, δεν θέλω να με πιέζω, προπαντός να μη νιώθω πως με πιέζω!» και μου έσκασα ένα φιλί συμφιλίωσης στο χέρι σα να ήμουν δεσπότης. Πόσο με αγαπούσα! Μου αφιέρωσα εκείνο το τραγούδι του Χατζή που λέει «Μα εγώ έχω εμένα κι εσύ εσένα, εγώ έχω εμένα κι εσύ εσένα…»
Αλλά τα πράγματα είχαν πια πάρει το δρόμο τους. Το βράδυ δώσαμε ραντεβού στην Πλατεία Κολωνακίου. Πήγα και με περίμενα με τις ώρες. Δεν ήρθα ποτέ. Κοιτούσα μήπως με έβλεπα σε καμιά βιτρίνα καταστήματος να μου κρύβομαι, αλλά όχι. Δεν υπήρχε βιτρίνα καμιά, τις είχαν σπάσει όλες οι αχρείοι και με είχα αφήσει μόνο μου να με περιμένω. Έβαλα τα κλάματα και με έπιασε το παράπονο. Δεν ήθελα να γίνω ξεφτίλα κι έφυγα για το σπίτι.
Μόλις μπήκα στο ασανσέρ, κοίταξα προς τον καθρέφτη και να ’μουν! «Αχά! Ώστε εδώ μου κρυβόμουν! Γιατί δεν ήρθα στο ραντεβού που δώσαμε; Τι νομίζω πως είμαι; Κανένα δεκαπεντάχρονο να τρώω στησίματα και να κάνω μόκο;» Δεν μου απάντησα, με κοίταγα και γελούσα με μια ειρωνεία. Μου έριξα ένα χαστούκι. «Έλεος πια, όλο γελάω, γελάω, ποιος νομίζω ότι είμαι τελοσπάντων;;;;» Το χέρι μου γέμισε αίματα από το χαστούκι, και το ασανσέρ τζάμια, αλλά εγώ ήμουν τόσο εκνευρισμένος μαζί μου που δεν λογάριαζα Χριστό.
Μπήκα στο σπίτι κι άρχισα να σπάζω τα πιάτα. «Αίσχος! Τρείς ημέρες μαζί και δεν μου έχω κάνει ούτε ένα δώρο! Παλιοξεφτίλα!» και δώστου να σπάω τις πιατέλες στα πόδια μου μπροστά. Με ψυχραιμία μου απάντησα «Μη μου κάνω σκηνές, γιατί άμα αρχίσω κι εγώ να εκνευρίζομαι, ούτε ξέρω τι μπορώ να μου κάνω!!» «Α, ναι; Τελείωσε, χωρίζουμε!» μου ούρλιαξα μέσα στα νεύρα. Στην αρχή δεν το πήρα σοβαρά, νόμιζα ότι απλώς μου κάνω σκηνές.
Το άλλο πρωί που ξύπνησα, μόνος στο σπίτι, κατάλαβα. Σε όλους τους καθρέφτες είχα κρεμάσει σεντόνια, τα παράθυρα είχα καλύψει με λαδόκολλα. Εγώ κι εγώ είχαμε πιά και επισήμως χωρίσει… Ένας κόμπος με έπιασε στο λαιμό. Άρχισα να μου λείπω, πεθύμησα την παρουσία μου. Δεν μπορούσα πια να κοιμηθώ.
Πέρασε μία μέρα, δύο, τρεις. Κι οι μέρες γίνανε βδομάδες, κι οι βδομάδες μήνες. Με έπιασε μια μανία, μια ανεξήγητη οργή. Γιατί μου είχα φερθεί έτσι; Γιατί με είχα πετάξει στο δρόμο σα σκουπίδι; Πώς θα μπορούσα να με συγχωρέσω τώρα πια;
Μπροστά μου έβλεπα έναν τοίχο. Δηλαδή όχι ακριβώς τοίχο. Απ’ την μελαγχολία δεν κοιμόμουνα καθόλου τώρα πια κι έβλεπα όλο το βράδυ τηλεμάρκετιν κι επαναλήψεις τηλεοπτικών σειρών δεκαετίας.
Τρεις μήνες μετά τον χωρισμό, βγήκα στο φως του ήλιου πάλι. Στη γωνία αριστερά υπήρχε χρόνια τώρα μια παλιά πινακίδα, την έβλεπα μα δεν έδωσα ποτέ σημασία: «Κέντρο Ψυχικής Υγείας Παγκρατίου». Λες; Μονολόγησα. Ακολούθησα το βέλος και βγήκα σε ένα άσπρο κτήριο. Απ’ έξω υπήρχαν πολλοί καλοί άνθρωποι και περιμένανε. Αλλά κάνανε και διάφορα όσο περιμένανε για να μη βαριούνται. Μια κουκλάρα ξανθιά γαλανομάτα κορασίδα δάγκωνε με μένος τα χέρια της και άσθμαινε. Ένας γεράκος κοιτούσε χαμηλά και έκλαιγε αναστενάζοντας. Λες να είχε χωρίσει κι αυτός όπως εγώ; Ένας σαραντάχρονος φούρναρης τέλος έλεγε συνέχεια πως «τώρα πια είμαι καλά και πως απλώς πρέπει να μου γράψει ο τρελογιατρός τα φάρμακα, αλλά γιατί αργεί; Γιατί αργεί; Λες να τον έχουν απαγάγει; Κάποιος μας παρακολουθεί και τον απήγαγε, αυτό είναι!»
Ήρθε κάποια στιγμή η σειρά μου. Πέρασα μέσα στον γιατρό. «Καθίστε» μου είπε «και ήρεμα!» σα να μιλούσε στον Αζόρ το κανίς. «Τι θα θέλατε να μου πείτε;» «Γιατρέ μου εσείς πείτε μου, τι να κάνω;» Τέλοσπάντων, αυτό το λεκτικό τένις προχώρησε για περίπου σαρανταπέντε λεπτά, ώσπου ο ψυχίατρος μου είπε με σιγουριά «Νεαρέ μου πάσχετε από Ηλίαση!» Έπειτα μου έγραψε κάτι γυαλιά ηλίου ειδικά λέει, που μπορείς και βλέπεις μέσα από τα γυναικεία σουτιέν και βρακάκια χωρίς τις ανώφελες προσπάθειες του παρελθόντος, κάτι χάπια ροζ που όποτε τα πάρεις μεταμορφώνεσαι σε πασά με χαρέμι ανατολίτισσες και τέλος κάτι χάπια μπλε, λίθιο είπε, σαν αυτά που έπαιρνε ο Kurt Cobain για να μην τον λένε ηλίθιο, κι έγραψε κι εκείνο το τραγούδι το Lithium. Κι ύστερα με έστειλε στο καλό.
Ακολούθησα την αγωγή κατά γράμμα. Τα πράγματα άρχισαν μετά από δυο βδομάδες να καλυτερεύουν. Με ξεπέρασα. Κι όχι μόνο με ξεπέρασα, άρχισαν πάλι να μου αρέσουν σιγά σιγά τα θηλυκά. Πλέον μαγείρευα άνετα βραστές πατάτες, τηγανιτές μελιτζάνες, γεμιστές ντομάτες! Σταμάτησα να βλέπω τηλεμάρκετιν κι άρχισα να βλέπω ντοκιμαντέρ.
Ένα βράδυ είχε ένα ντοκιμαντέρ για τις Ύαινες. Μου φάνηκε ιδιαιτέρως ενδιαφέρον. Όχι μόνο ενδιαφέρον, άρχισε να με φτιάχνει κιόλας, να με ανάβει. Μια στιγμή, με έφτασε σε σημείο ακραίου θαυμασμού. Η αναπαραγωγή του άσχημου αυτού ζώου. Μίλαγε για την κλειτορίδα της Ύαινας, της θηλυκιάς Ύαινας που έχει μια κλειτορίδα τόσο μεγάλη, έξι με εφτά πόντους κλειτορίδα. Μια κλειτορίδα να με το συμπάθιο, πεταγμένη όξω σαν αιδοίο επεκτεινόμενο! Οι παλμοί μου άρχισαν να ανεβαίνουν. Έβαλα τέρμα τον ήχο στην τηλεόραση κι άρχισα να ντύνομαι. Σενιαρίστηκα και βγήκα πάλι στο δρόμο. Έτρεξα μέχρι τον Ευαγγελισμό κι επιβιβάστηκα αμετακλήτως στο 608. Στο Νεκροταφείο Ζωγράφου κατέβηκα πρώτος, κι άρχισα να τρέχω την ανηφόρα. Έφτασα στην Φιλοσοφική Σχολή. Πριν μπω, φόρεσα τα γυαλιά που μου έγραψε ο γιατρός. Κι ανενδοίαστος άρχισα να φωνάζω σε όποια Φιλοσόφισσα γκομενίτσα έβλεπα: «Αιδώς Αιδοία! Σκύψτε και σκάστε! Ο Τριχωτός Πίθηκας γύρισε στη ζούγκλα, κάνει ου ου  και μοιράζει μπανάνες! Αιδώς Αιδοία!».