.

.
.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Ἡ Σονάτα του Σεληνόφωτος _Γιάννης Ρίτσος_




Άφησέ με να έρθω μαζί σου. 

Τί φεγγάρι απόψε!


 Είναι καλό το φεγγάρι – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσα τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.  

Άφησέ με να  έρθω μαζί σου.


Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, 

αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
 λησμονημένα λόγια 



 
δεν θέλω να τ΄ ακούσω.. 

Σώπα.

 Άφησέ με να έρθω μαζί σου 
λίγο πιό κάτου, ώς την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρχε ο χρόνος κι η φθορά του...
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.....

 

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κι όλας πως θα πετάξουμε,

γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου
σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι ἔτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,

μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους 
δεν έχει σημασία άν φεύγεις ή άν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου, η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει η καρδιά μου).
Άφησέ με να έρθω μαζί σου... 


Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.

 Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.



Άφησέ με να έρθω μαζί σου..

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά

 ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οἱ σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει το καπέλλο του πεθαμένου
απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τά γόνατά της   



ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη  πολυθρόνα.
          
Κάποτε ὑπῆρξε νέα κι αὐτή – ὄχι ἡ φωτογραφία ποὺ κοιτᾶς μὲ τόση δυσπιστία
λέω γιὰ τὴν πολυθρόνα, πολὺ ἀναπαυτική,
μποροῦσες ὦρες ὁλόκληρες νὰ κάθεσαι
καὶ μὲ κλεισμένα μάτια νὰ ὀνειρεύεσαι ὅ,τι τύχει
– μιὰν ἀμμουδιὰ στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη ἀπὸ φεγγάρι,
πιὸ στιλβωμένη ἀπ' τὰ παλιὰ λουστρίνια μου ποὺ κάθε μήνα τὰ δίνω στὸ στιλβωτήριο
- - - - τῆς γωνίας,
ἢ ἕνα πανὶ ψαρόβαρκας ποὺ χάνεται στὸ βάθος
λικνισμένο ἀπ' τὴν ἴδια του ἀνάσα,
τριγωνικὸ πανὶ σὰ μαντίλι διπλωμένο λοξὰ μόνο στὰ δυὸ

σὰ νὰ μὴν εἶχε τίποτα νὰ κλείσει ἢ νὰ κρατήσει
ἢ ν' ἀνεμίσει διάπλατο σὲ ἀποχαιρετισμό. Πάντα μου
εἶχα μανία μὲ τὰ μαντίλια,
ὄχι γιὰ νὰ κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιῶν ἢ χαμομήλι μαζεμένο στοὺς ἀγροὺς μὲ τὸ λιόγερμα
ἢ νὰ τὸ δέσω τέσσερις κόμπους σὰν τὸ ἀντικρυνὸ γιαπὶ
ἢ νὰ σκουπίζω τὰ μάτια μου – διατήρησα καλὴ τὴν όρασή μου,
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή  ιδιοτροπία τα μαντίλια...
  

 

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Καὶ τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ώδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυό ξανθές πλεξούδες
– 8, 16, 32, 64, –
κρατημένη ἀπ' τὸ χέρι μιᾶς μικρῆς φίλης μου ροδακινιᾶς   






όλο φῶς καὶ ρὸζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αὐτὰ τὰ λόγια κακὴ συνήθεια) – 32, 64, –
κι οἱ δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ἐλπίδες στὸ μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σοῦ ’λεγα γιὰ τὴν πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οἱ σκουριασμένες σοῦστες, τὰ ἄχερα –
ἔλεγα νὰ τὴν πάω δίπλα στὸ ἐπιπλοποιεῖο,
μὰ ποῦ καιρὸς καὶ λεφτὰ καὶ διάθεση – τί νὰ πρωτοδιορθώσεις; –
ἔλεγα νὰ ρίξω ἕνα σεντόνι πάνω της – φοβήθηκα
τ' ἄσπρο σεντόνι σὲ τέτοιο φεγγαρόφωτο. Ἐδῶ κάθισαν
ἄνθρωποι ποὺ ὀνειρεύτηκαν μεγάλα ὄνειρα,
ὅπως κι ἐσὺ κι ὅπως κι ἐγὼ ἄλλωστε,
καὶ τώρα ξεκουράζονται κάτω ἀπ' τὸ χῶμα
δίχως νὰ ἐνοχλοῦνται ἀπ' τὴ βροχὴ ἢ τὸ φεγγάρι.  


 
Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αι-Νικόλα,

ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα  απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι
πού ’ναι σὰ μιὰ μεγάλη συνοδεία ἀσημένιων κύκνων –


           

 καὶ δὲ φοβᾶμαι αὐτὴ τὴν ἔκφραση, γιατί ἐγὼ
πολλὲς ἀνοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα ἄλλοτε μὲ τὸ Θεὸ ποὺ μοῦ ἐμφανίστηκε
ντυμένος τὴν ἀχλὺ καὶ τὴν δόξα ἑνὸς τέτοιου σεληνόφωτος,
καὶ πολλοὺς νέους, πιὸ ὡραίους κι ἀπὸ σένα ἀκόμη, τοῦ ἐθυσίασα,
ἔτσι λευκὴ κι ἀπρόσιτη ν’ ἀτμίζομαι μὲς στὴ λευκή μου φλόγα,
στὴ λευκότητα τοῦ σεληνόφωτος,
πυρπολημένη ἀπ' τ' ἀδηφάγα μάτια τῶν ἀντρῶν
κι ἀπ' τὴ δισταχτικὴν ἔκσταση τῶν ἐφήβων,
πολιορκημένη ἀπὸ ἐξαίσια, ἡλιοκαμένα σώματα,
ἄλκιμα μέλη γυμνασμένα στὸ κολύμπι, στὸ κουπί, στὸ στίβο,
στὸ ποδόσφαιρο (ποὺ ἔκανα πὼς δὲν τά ’βλεπα)
μέτωπα, χείλη καὶ λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα καὶ μάτια,
στέρνα καὶ μπράτσα καὶ μηροί (κι ἀλήθεια δὲν τά ’βλεπα)
– ξέρεις, καμμιὰ φορά, θαυμάζοντας, ξεχνᾶς ὅ,τι θαυμάζεις,
σοῦ φτάνει ὁ θαυμασμός σου –
θέ μου, τί μάτια πάναστρα, κι ἀνυψωνόμουν
σὲ μιὰν ἀποθέωση ἀρνημένων ἄστρων
γιατί, ἔτσι πολιορκημένη ἀπ' ἔξω κι ἀπὸ μέσα,
ἄλλος δρόμος δέ μοῦ ’μενε παρὰ μονάχα πρὸς τὰ πάνω ἢ πρὸς τὰ κάτω.
Ὄχι, δὲ φτάνει.
Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...

Τὸ ξέρω ἡ ὥρα εἶναι πιὰ περασμένη. Ἄφησε μέ,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες καὶ νύχτες καὶ πορφυρὰ μεσημέρια,έμεινα μόνη,

ανένδοτη, μόνη καὶ πάναγνη,
ἀκόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη καὶ μόνη,
γράφοντας ἔνδοξους στίχους στὰ γόνατα τοῦ Θεοῦ,
στίχους πού, σὲ διαβεβαιῶ, θὰ μένουνε σὰ λαξευμένοι σὲ ἄμεμπτο μάρμαρο
πέρα ἀπ' τὴ ζωή μου καὶ τὴ ζωή σου, πέρα πολύ. Δὲ φτάνει.
Ἄφησέ με να έρθω μαζί σου.

 Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πιά.

 
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα νὰ προσέχεις, νὰ  προσέχεις,  νὰ στεριώνεις τὸν τοῖχο μὲ τὸ μεγάλο μπουφὲ
νὰ στεριώνεις τὸν μπουφὲ μὲ τὸ πανάρχαιο σκαλιστὸ τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Ὅλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Ἄφησέ με να ἔρθω μαζί σου...

Τοῦτο τὸ σπίτι, παρ’ ὅλους τοὺς νεκρούς του, δὲν ἐννοεῖ νὰ πεθάνει.
Ἐπιμένει νὰ ζῇ μὲ τοὺς νεκρούς του
νὰ ζῇ ἀπ' τοὺς νεκρούς του
νὰ ζῇ ἀπ' τὴ βεβαιότητα τοῦ θανάτου του
καὶ νὰ νοικοκυρεύει ἀκόμη τοὺς νεκρούς του σ' ἑτοιμόρροπα κρεββάτια καὶ ράφια.
Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου.

Ἐδῶ, ὅσο σιγὰ κι ἂν περπατήσω μὲς στὴν ἄχνα τῆς βραδιᾶς,
εἴτε μὲ τὶς παντοῦφλες, εἴτε ξυπόλυτη,
κάτι θὰ τρίξει – ἕνα τζάμι ραγίζει ἢ κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ἀκούγονται – δὲν εἶναι δικά μου.
Ἔξω, στὸ δρόμο μπορεῖ νὰ μὴν ἀκούγονται τοῦτα τὰ βήματα –
ἡ μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα –
κι ἂν κάνεις νὰ κοιτάξεις σ' αὐτὸν ἢ τὸν ἄλλον καθρέφτη,
πίσω ἀπ' τὴν σκόνη καὶ τὶς ραγισματιές,
διακρίνεις πιὸ θαμπὸ καὶ πιὸ τεμαχισμένο τὸ πρόσωπό σου,
τὸ πρόσωπό σου ποὺ ἄλλο δὲ ζήτησες στὴ ζωὴ
παρὰ νὰ τὸ κρατήσεις καθάριο κι ἀδιαίρετο.
Τὰ χείλη τοῦ ποτηριοῦ γυαλίζουν στὸ φεγγαρόφωτο
σὰν κυκλικὸ ξυράφι πῶς νὰ τὸ φέρω στὰ χείλη μου;
ὅσο κι ἂν διψῶ – πῶς νὰ τὸ φέρω; – Βλέπεις;
ἔχω ἀκόμη διάθεση γιὰ παρομοιώσεις – αὐτὸ μοῦ ἀπόμεινε,
αὐτὸ μὲ βεβαιώνει ἀκόμη πὼς δὲν λείπω.
Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...

Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση
πὼς ἔξω ἀπ' τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης
μὲ τὴ γριὰ βαρειά του ἀρκούδα
μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο
ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο
καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο
καὶ δὲν τ' ἁφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω
μ' ὅλο ποὺ πίσω ἀπ' τοὺς τοίχους
μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας
κι ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της,
μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί
ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια
δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της
νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους, τοὺς ἀπαιτητικούς,
καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα
ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της,
δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση,
τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων,
στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της,
τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ
μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου ἔστω κι ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου
τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς
ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἂπ τὴ σκλαβιά της.

Μὰ ποιός μπορεῖ νὰ παίξει ὣς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι;
Κι ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται
ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της,
χαμογελῶντας μὲ τὰ σκισμένα χείλη της στὶς πενταροδεκάρες
ποὺ τῆς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα κι ἀνυποψίαστα παιδιὰ
(ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἰναι ἀνυποψίαστα)
καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατὶ οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε
τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ.
Ἄφησέ με νὰ ἔρθω μαζί σου...

Τοῦτο τὸ σπίτι μὲ πνίγει. Μάλιστα ἡ κουζίνα
εἶναι σὰν τὸ βυθὸ τῆς θάλασσας. Τὰ μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σὰ στρογγυλά, μεγάλα μάτια ἀπίθανων ψαριῶν,
τὰ πιάτα σαλεύουν ἀργὰ σὰν τὶς μέδουσες,
φύκια κι ὄστρακα πιάνονται στὰ μαλλιά μου
δὲν μπορῶ νὰ τὰ ξεκολλήσω ὕστερα,
δὲν μπορῶ ν' ἀνέβω πάλι στὴν ἐπιφάνεια –
ὁ δίσκος μοῦ πέφτει ἀπ' τὰ χέρια ἄηχος – σωριάζομαι
καὶ βλέπω τὶς φυσαλίδες ἀπ' τὴν ἀνάσα μου ν' ἀνεβαίνουν, ν' ἀνεβαίνουν
καὶ προσπαθῶ νὰ διασκεδάσω κοιτάζοντάς τες
κι ἀναρωτιέμαι τί θὰ λέει ἂν κάποιος βρίσκεται ἀπὸ πάνω καὶ βλέπει αὐτὲς τὶς φυσαλίδες,
τάχα πὼς πνίγεται κάποιος ἢ πὼς ἕνας δύτης ἀνιχνεύει τοὺς βυθούς;

Κι ἀλήθεια δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ἀνακαλύπτω ἐκεῖ,
στὸ βάθος τοῦ πνιγμοῦ,
κοράλλια καὶ μαργαριτάρια καὶ θυσαυροὺς ναυαγισμένων πλοίων,
ἀπρόοπτες συναντήσεις, καὶ χτεσινὰ καὶ σημερινὰ μελλούμενα,
μιὰν ἐπαλήθευση σχεδὸν αἰωνιότητας,
κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο ἀθανασίας, ὅπως λένε,
μιὰν εὐτυχία, μιὰ μέθη, κι ἐνθουσιασμὸν ἀκόμη,
κοράλλια καὶ μαργαριτάρια καὶ ζαφείρια,
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω,
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω. Άφησέ με να έρθω μαζί σου...

Μιά στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο νά ’ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.

Έχει υγρασία τα βράδυα, και το φεγγάρι
δέ σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;
Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τί δυνατό τό στήθος σου,
– τί δυνατό φεγγάρι – η πολυθρόνα, λέω
κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ' το τραπέζι
μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα – αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του,


 και το φεγγάρι μιά τρύπα στο κρανίο του κόσμου,  μην κοιτάξεις μέσα, έχει μιά δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε, ακούστε με πού σας μιλάω θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος  θα πέσεις –ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές δεν τις ακούτε;

Βαθύ-βαθύ το πέσιμο,
βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτα φτερά του,
βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής –
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος – πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα, εμένα η θέση μου είναι το  ταλάντευμα ο  εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη, άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
που κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυό ποιός να τον πιεί τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και  τον δεύτερο, κοιτάζονταςαπ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες τί να τις κάνεις;  

Άφησέ με να έρθω μαζί σου...

Ά, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.  Εγώ  θα βγώ σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει  να βγω απ' αυτό το  τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία – όχι, όχι το φεγγάρι
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία πού μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας –
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. 


Καληνύχτα.

Δημοσίευση σχολίου