Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Edgar Allan Poe - The Raven (Το Κοράκι)

Edgar Allan Poe

The Raven

The Raven
    Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
  Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
    While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
   As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
  "'Tis some visitor," I muttered, "tapping at my chamber door-
                Only this, and nothing more."

    Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
  And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
    Eagerly I wished the morrow;- vainly I had sought to borrow
    From my books surcease of sorrow- sorrow for the lost Lenore-
  For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore-
                Nameless here for evermore.

    And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
  Thrilled me- filled me with fantastic terrors never felt before;
    So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating,
    "'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door-
  Some late visitor entreating entrance at my chamber door;-
                This it is, and nothing more."

    Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
  "Sir," said I, "or Madam, truly your forgiveness I implore;
    But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
    And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
  That I scarce was sure I heard you"- here I opened wide the door;-
                Darkness there, and nothing more.

    Deep into that darkness peering, long I stood there wondering,
  Doubting, dreaming dreams no mortals ever dared to dream before;
    But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
    And the only word there spoken was the whispered word, "Lenore!"
  This I whispered, and an echo murmured back the word, "Lenore!"-
                Merely this, and nothing more.

    Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
   Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
    "Surely," said I, "surely that is something at my window lattice:
    Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore-
  Let my heart be still a moment and this mystery explore;-
                'Tis the wind and nothing more."

    Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and
  In there stepped a stately raven of the saintly days of yore;
    Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed
    But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door-
  Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door-
                Perched, and sat, and nothing more.

   Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
  By the grave and stern decorum of the countenance it wore.
   "Though thy crest be shorn and shaven, thou," I said, "art sure no
   Ghastly grim and ancient raven wandering from the Nightly shore-
  Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!"
                Quoth the Raven, "Nevermore."

    Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
  Though its answer little meaning- little relevancy bore;
    For we cannot help agreeing that no living human being
    Ever yet was blest with seeing bird above his chamber door-
  Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
                With such name as "Nevermore."

    But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
  That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
    Nothing further then he uttered- not a feather then he fluttered-
    Till I scarcely more than muttered, "other friends have flown
  On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before."
                Then the bird said, "Nevermore."

     Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
  "Doubtless," said I, "what it utters is its only stock and store,
     Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
     Followed fast and followed faster till his songs one burden bore-
  Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
                Of 'Never- nevermore'."

    But the Raven still beguiling all my fancy into smiling,
  Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and
    Then upon the velvet sinking, I betook myself to linking
    Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore-
  What this grim, ungainly, ghastly, gaunt and ominous bird of yore
                Meant in croaking "Nevermore."

    This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
  To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
    This and more I sat divining, with my head at ease reclining
    On the cushion's velvet lining that the lamplight gloated o'er,
  But whose velvet violet lining with the lamplight gloating o'er,
                She shall press, ah, nevermore!

    Then methought the air grew denser, perfumed from an unseen censer
  Swung by Seraphim whose footfalls tinkled on the tufted floor.
    "Wretch," I cried, "thy God hath lent thee- by these angels he
        hath sent thee
    Respite- respite and nepenthe, from thy memories of Lenore!
  Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!"
                Quoth the Raven, "Nevermore."

    "Prophet!" said I, "thing of evil!- prophet still, if bird or
  Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
    Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted-
    On this home by horror haunted- tell me truly, I implore-
  Is there- is there balm in Gilead?- tell me- tell me, I implore!"
                Quoth the Raven, "Nevermore."

    "Prophet!" said I, "thing of evil- prophet still, if bird or
  By that Heaven that bends above us- by that God we both adore-
    Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
    It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore-
  Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore."
                Quoth the Raven, "Nevermore."

    "Be that word our sign in parting, bird or fiend," I shrieked,
  "Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
    Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
    Leave my loneliness unbroken!- quit the bust above my door!
  Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my
               Quoth the Raven, "Nevermore."

    And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
  On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
    And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
    And the lamplight o'er him streaming throws his shadow on the
  And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
                Shall be lifted- nevermore! 

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.
Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.
Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.
Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.
Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.
Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.
Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.
Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !
Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !
Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !
Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !
Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !
Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !
Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !
Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Edgar Alllan Poe - Ποιηση

Χαμογελούσε, κάποτε, μές στή σιωπή ένας λόγγος. Γύρω ψυχή! Οι κάτοικοι έλειπαν στούς πολέμους, κι είχαν αφήσει τά γλυκά μάτια των αστεριών απ’ τά ουράνια κάστρα τους τό βράδυ νά φυλάνε τ’ άνθη, όπου ρόδινο τό φως τεμπέλιαζε όλη μέρα.
Μά, τώρα, όποιος βρεθεί  εκεί οφείλει νά παραδεχθεί πώς σφύζει από κίνηση του λόγγου η ερημιά. Τίποτε εκεί δέν στέκεται. Εκτός απ’ τόν αέρα: σάν νά κλωσάει ασάλευτος της μοναξιάς τά ξόρκια. Πνοή δέν είναι ανέμου πού κάνει αυτά τά δέντρα νά φρίττουν σύγκορμα, σάν τό νερό στήν παγωμένη καταχνιά πού ζώνει τίς Εβρίδες!
Πνοή δέν είναι ανέμου πού κάνει αυτά τά σύννεφα νά σπαρταρούν τήν ασφυξία των Ουρανών απ’ τό πρωί ως τό βράδυ. Καί κάτω, εδώ: βιολέτες πού ανοίγουν σχήματα άπειρα στό μάτι του ανθρώπου.
Καί κάτω, εδώ: οἱ κρίνοι νά σαλεύουν σπαρακτικά πάνω από κάποιο ανώνυμο θαφτό! Σαλεύουν, γέρνουν: στάζει τό μύρο των πετάλων τους αιώνιες δροσιές. Γέρνουν, θρηνούν: κατρακυλούν απ’ τούς λιγνούς τους μίσχους πετράδια δάκρυα αειθαλή.

Edgar Allan Poe

The Valley of Unrest

       Once it smiled a silent dell
       Where the people did not dwell;
       They had gone unto the wars,
       Trusting to the mild-eyed stars,
       Nightly, from their azure towers,
       To keep watch above the flowers,
       In the midst of which all day
       The red sunlight lazily lay.
       Now each visitor shall confess
       The sad valley's restlessness.
       Nothing there is motionless-
       Nothing save the airs that brood
       Over the magic solitude.
       Ah, by no wind are stirred those trees
       That palpitate like the chill seas
       Around the misty Hebrides!
       Ah, by no wind those clouds are driven
       That rustle through the unquiet Heaven
       Uneasily, from morn till even,
       Over the violets there that lie
       In myriad types of the human eye-
       Over the lilies there that wave
       And weep above a nameless grave!
       They wave:- from out their fragrant tops
       Eternal dews come down in drops.
       They weep:- from off their delicate stems
       Perennial tears descend in gems.

Καιρό πολύ τριγύριζα μές σέ μυστήριες ερημιές, πού άγγελοι μόνο σκοτεινοί στοιχειώνουν καί τό Είδωλο – πού λέμε ΝΥΧΤΑ–  απόλυτο στό θρόνο του δεσπόζει, ώσπου σέ ζόφο έσχατο, στης Θούλης τή μαρμαρυγή, νά βγω· στήν άκρα γη, πού κείται επιβλητική, παράφορα απόκοσμη, εκτός Τόπου καί Χρόνου.
Λαγκάδια αβυθομέτρητα κι αδάμαστα δρολάπια, βάραθρα, σπήλαια καί δρυμοί τιτάνιοι πίσω απ’ της δροσιάς τό πέπλο τό απροσπέλαστο· βουνά μέ ασύλληπτες κορφές σέ πέλαγα δίχως ακτές: πέλαγα αρπακτικά, πού ορμάνε νά σπαράξουν πύρινους ουρανούς· λίμνες πού απλώνουν ξέπνοες τά έρημα νερά τους (μιά φρίκη ασάλευτα νερά) σέ χιόνι άπραγου κρίνου.
Πέρα απ’ αυτές τίς λίμνες, λοιπόν, πού απλώνουν ξέπνοες τά έρημα νερά τους (μιά φρίκη ασάλευτα νερά) σέ χιόνι άπραγου κρίνου, πίσω από κεένα τά βουνά, πέρα από τό ποτάμι πού τρέχει αιώνιο ψίθυρο, τούς σκοτεινούς δρυμούς, τό βάλτο πού φωλιάζουνε μυριάδες τά βατράχια κι άπειρα τά ερπετά· εκεί όπου γούρνες καί πηγές λημέρια ανίερων νερών, μονιές των ζωντανών νεκρών καί κόχες θλίψεων πνιγηρών, θά δει ο διαβάτης άναυδος κάτι θολές σκιές: τίς Μνήμες απ’ τό Παρελθόν: μορφές σαβανωμένες, πού τόν κοιτάζουν καί βογκούν καί τρέχουν νά κρυφτούν: ασπροντυμένοι φίλοι αχνοί, πού χάθηκαν από καιρό: βορά της αγωνίας σέ γη καί Ουρανό.
Καί είναι μιά παρηγοριά στήν πονεμένη τήν καρδιά, στό νυχτωμένο πνεύμα, κείνος ο τόπος. ω, μά ναί! Κάτι σάν Ελντοράδο! Ωστόσο, όποιος έτυχε νά φτάσει μέχρι εκεί, δέν μπόρεσε… δέν τόλμησε τό βλέμμα νά σηκώσει. Κι άν ανοιχτά τά μάτια του, ανθρώπινα, δειλά· κι άν κοίταξε, δέν είδε ποτέ τά μυστικά της. Έτσι ορίζει ο Βασιλιάς, πού εξουσιάζει τήν κλειστή αυλαία των βλεφάρων. Γι’ αυτό η δύστυχη Ψυχή, πού έρχεται ώς εδώ, κρύσταλλα βλέπει σκοτεινά καί πίσω τους σκιές.
Καιρό πολύ τριγύριζα μές σέ μυστήριες ερημιές, πού άγγελοι μόνο σκοτεινοί στοιχειώνουν, καί τό Είδωλο – πού λέμε ΝΥΧΤΑ–  απόλυτο στό θρόνο του δεσπόζει, ώσπου σέ ζόφο έσχατο, στης Θούλης τή μαρμαρυγή, νά βρω καταφυγή.

Edgar Allan Poe


            By a route obscure and lonely,
            Haunted by ill angels only,
            Where an Eidolon, named NIGHT,
            On a black throne reigns upright,
            I have reached these lands but newly
            From an ultimate dim Thule-
            From a wild clime that lieth, sublime,
               Out of SPACE- out of TIME.

            Bottomless vales and boundless floods,
            And chasms, and caves, and Titan woods,
            With forms that no man can discover
            For the tears that drip all over;
            Mountains toppling evermore
            Into seas without a shore;
            Seas that restlessly aspire,
            Surging, unto skies of fire;
            Lakes that endlessly outspread
            Their lone waters- lone and dead,-
            Their still waters- still and chilly
            With the snows of the lolling lily.

            By the lakes that thus outspread
            Their lone waters, lone and dead,-
            Their sad waters, sad and chilly
            With the snows of the lolling lily,-
            By the mountains- near the river
            Murmuring lowly, murmuring ever,-
            By the grey woods,- by the swamp
            Where the toad and the newt encamp-
            By the dismal tarns and pools
               Where dwell the Ghouls,-
            By each spot the most unholy-
            In each nook most melancholy-
            There the traveller meets aghast
            Sheeted Memories of the Past-
            Shrouded forms that start and sigh
            As they pass the wanderer by-
            White-robed forms of friends long given,
            In agony, to the Earth- and Heaven.

            For the heart whose woes are legion
            'Tis a peaceful, soothing region-
            For the spirit that walks in shadow
            'Tis- oh, 'tis an Eldorado!
            But the traveller, travelling through it,
            May not- dare not openly view it!
            Never its mysteries are exposed
            To the weak human eye unclosed;
            So wills its King, who hath forbid
            The uplifting of the fringed lid;
            And thus the sad Soul that here passes
            Beholds it but through darkened glasses.

            By a route obscure and lonely,
            Haunted by ill angels only,
            Where an Eidolon, named NIGHT,
            On a black throne reigns upright,
            I have wandered home but newly
            From this ultimate dim Thule.

Πάνω, ψηλά, στόν Οὐρανό, φωλιάζει ἕνα πνεῦμα, «πού ἔχει κιθάρα τήν καρδιά». Κανείς, λοιπόν – καταπῶς λέν τά παραμύθια–  δέν μπορεῖ τόν ἄγγελο Ἰσράφελ στή γλύκα τήν παράφορη τῶν τραγουδιῶν νά παραβγεῖ. Ὥς καί τ’ ἀστέρια σταματοῦν τούς ὕμνους τους καί στέκουνε βουβά ν’ ἀφουγκραστοῦν τά μάγια τῆς φωνῆς του.
Τρέμει μεσούρανα φεγγάρι ἐρωτευμένο τή ρόδινή του συστολή, καί – γιά ν’ ἀκούσει–  ὁ πορφυρός φωστήρας τῶν ὑψῶν μαζεύεται· μαζεύονται οἱ ἑπτά γοργές Πλειάδες.
Καί λέει (τῶν ἄστρων ὁ χορός κι ὅ,τι ἄλλο ἀκούει ζωντανό) πώς ἡ φωτιά τοῦ Ἰσράφελ εἶναι ἀπ’ τή λύρα πού κρατάει καί παίζει ὅταν τραγουδάει: ἀπ’ τή ζωή πού πάλλουν κεῖνες οἱ ἀπίστευτες χορδές.
Καί τά οὐράνια πού πατᾶ ὁ ἄγγελος – ἐκεῖ, πού εἶναι χρέος ἱερό ὁ στοχασμός κι ὁ ἔρωτας καθίσταται Θεός–  τά οὐράνια, ὅπου λαμποκοπᾶ τό Οὐρί ἐκεῖνο, ντύνονται ὅλη τήν ὀμορφιά, πού ἐμεῖς ἐδῶ λατρεύουμε σάν ἄστρου ἀναλαμπή.
Σωστά, λοιπόν, περιφρονεῖς, Ἰσράφελ, τά ἀνήσυχα τραγούδια. Γιά σένα οἱ δάφνες ἔγιναν, καλέ τραγουδιστή· γιά σένα, τό σοφό! Νά ‘σαι καλά! Πάντα νά ζεῖς καί πάντα νά εὐτυχεῖς!
Οἱ ἄνω ἐκστάσεις συνιστοῦν τούς φλογερούς ρυθμούς σου· ἡ θλίψη σου ὅλη κι ἡ χαρά, ἡ ἀγάπη καί τό μίσος, τή θέρμη τῆς κιθάρας σου ἀνάβουν· γύρω τ’ ἄστρα ὅλα βουβά ἀπομένουνε!
Ναί, σοῦ ἀνήκουν οἱ Οὐρανοί. Ἐμεῖς ἐδῶ: πίκρες, χαρές, λουλούδια – ἔτσι ἁπλά–  καί τή σκιά τῆς ἄμωμης εὐδίας σου, σάν ἥλιος νά ζεσταίνει.
Ὡστόσο, ἄν φώλιαζα ἐγώ ἐκεῖ ψηλά, ἄν ἤμουν ἐγώ ὁ Ἰσράφελ, σίγουρα δέν θά μποροῦσε ἐκεῖνος τό πάθος τό θνητό τοῦ τραγουδιοῦ νά παραβγεῖ, πού θά ξεσποῦσε ἀπ’ τήν ὀργή τῆς λύρας μου στούς Οὐρανούς.

Edgar Allan Poe


       In Heaven a spirit doth dwell
         "Whose heart-strings are a lute";
       None sing so wildly well
       As the angel Israfel,
       And the giddy stars (so legends tell),
       Ceasing their hymns, attend the spell
         Of his voice, all mute.

       Tottering above
         In her highest noon,
         The enamored moon
       Blushes with love,
         While, to listen, the red levin
         (With the rapid Pleiads, even,
         Which were seven,)
         Pauses in Heaven.

       And they say (the starry choir
         And the other listening things)
       That Israfeli's fire
       Is owing to that lyre
         By which he sits and sings-
       The trembling living wire
         Of those unusual strings.

       But the skies that angel trod,
         Where deep thoughts are a duty-
       Where Love's a grown-up God-
         Where the Houri glances are
       Imbued with all the beauty
         Which we worship in a star.

       Therefore thou art not wrong,
         Israfeli, who despisest
       An unimpassioned song;
       To thee the laurels belong,
         Best bard, because the wisest!
       Merrily live, and long!

       The ecstasies above
         With thy burning measures suit-
       Thy grief, thy joy, thy hate, thy love,
         With the fervor of thy lute-
         Well may the stars be mute!

       Yes, Heaven is thine; but this
         Is a world of sweets and sours;
         Our flowers are merely- flowers,
       And the shadow of thy perfect bliss
         Is the sunshine of ours.

       If I could dwell
       Where Israfel
         Hath dwelt, and he where I,
       He might not sing so wildly well
         A mortal melody,
       While a bolder note than this might swell
       From my lyre within the sky.

Ἔσπασε – Ἄχ!–  τό κύπελλο· κι ἦταν χρυσό: φτερούγισε καί χάθηκε τό πνεῦμα. Σημάνετε καμπάνες! Ψυχή ἀθώα τώρα περνᾶ τά ὕδατα τῆς Στυγός. Μά δέν δακρύζεις Γκύ ντέ Βέρ; Θρήνησε! Tώρα! Αὔριο πιά… Γιά δές ἐκεῖ! Σέ τρομερή ἀμετάκλητη θανάτου κλίνη κεῖται ἡ Ἐλεονόρα ἀγάπη σου. Ἐμπρός, λοιπόν! Ἄς διαβαστεῖ ἀκολουθία νεκρώσιμη, νεκρώσιμος ψαλμός ἄς ἀκουστεῖ: ὕμνος στό μεγαλεῖο της – πού τόσο νέα κι ὅμως νεκρή–  θρῆνος στή δυό φορές νεκρή: ἀφοῦ καί νέα καί νεκρή!
«Καθάρματα! Ἄξιζε πολλά· τήν ἀγαπήσατε λοιπόν. Μά ἦταν ψηλά, πολύ ψηλά· καί τή μισήσατε γι’ αὐτό. Κι ὅταν ἀρρώστησε βαθιά, τή μακαρίσατε νεκρή! Πῶς νά διαβάσει τώρα ἀκολουθία νεκρώσιμη τό μάτι τό κακό; Καί πῶς θρῆνο ἐπιτάφιο νά ψάλει ἡ γλώσσα ἡ μοχθηρή; Πῶς, ἀφοῦ ἤδη μόχθησαν τό θάνατο ἀθώας; Κι ἐκείνη… Ὦ, νέα καί νεκρή!»
«Ἔλεος! Μήν παραφέρεσαι! Μιά προσευχή ἀρκεῖ μπρός στόν Θεό νά παραστεῖ καί νά ζητήσει ἐπίσημα ν’ ἀναπαυθεῖ ἡ νεκρή. Πρᾶξε το! Ἐξάλλου, ἡ γλυκιά Ἐλεονόρα ἦταν νεκρή ἀπό καιρό· μαζί της κι ἡ Ἐλπίδα. Κι ἐσύ ἐδῶ πνιγόσουνα μιά παιδική ἀγάπη πού δέν εὐτύχησες ποτέ: τήν τόσο αἰθέρια ὀμορφιά, πού γέρνει τώρα ταπεινά μέ ζωντανά ξανθά μαλλιά (σβησμένο ὡστόσο βλέμμα)· μέ ζωντανά ξανθά μαλλιά καί θάνατο στό βλέμμα».
«Φύγετε! Φύγετε! Μακριά! Ἀπό τούς χάμω δαίμονες παλεύει νά ξεφύγει ὁ ἀπελπισμένος ἴσκιος της. Κάπου ψηλά στόν Οὐρανό καταφυγή θά βρεῖ. Τούς θρήνους καί τούς ὀδυρμούς, σέ θρόνο – πλάι στόν Κύριο–  χρυσό θά λησμονήσει! Ὄχι, λοιπόν, παραμικρή καμπάνα μή χτυπήσει! Ἦχος ἀπό τήν ἄθλια Γῆ τή θεία γαλήνη τῆς ψυχῆς δέν πρέπει νά ξαφνίσει! Κι ἐγώ… Ἐγώ… Ἀπόψε, φωτίζει μέσα μου ἡ καρδιά. Ὄχι! Δέν θά θρηνήσει! Ὄχι! Μ’ αὐτό τόν ἄγγελο θά φτερουγίσει στά ψηλά κι ἕνα τραγούδι ἀπ’ τά παλιά θά παιανίσει!»

Edgar Allan Poe


   Ah, broken is the golden bowl! the spirit flown forever!
   Let the bell toll!- a saintly soul floats on the Stygian river;
   And, Guy de Vere, hast thou no tear?- weep now or nevermore!
   See! on yon drear and rigid bier low lies thy love, Lenore!
   Come! let the burial rite be read- the funeral song be sung!-
   An anthem for the queenliest dead that ever died so young-
   A dirge for her the doubly dead in that she died so young.

   "Wretches! ye loved her for her wealth and hated her for her pride,
   And when she fell in feeble health, ye blessed her- that she died!
   How shall the ritual, then, be read?- the requiem how be sung
   By you- by yours, the evil eye,- by yours, the slanderous tongue
   That did to death the innocence that died, and died so young?"

   Peccavimus; but rave not thus! and let a Sabbath song
   Go up to God so solemnly the dead may feel no wrong.
   The sweet Lenore hath "gone before," with Hope, that flew beside,
   Leaving thee wild for the dear child that should have been thy
   For her, the fair and debonair, that now so lowly lies,
   The life upon her yellow hair but not within her eyes
   The life still there, upon her hair- the death upon her eyes.

   "Avaunt! avaunt! from fiends below, the indignant ghost is riven-
   From Hell unto a high estate far up within the Heaven-
   From grief and groan, to a golden throne, beside the King of
   Let no bell toll, then,- lest her soul, amid its hallowed mirth,
   Should catch the note as it doth float up from the damned Earth!
   And I!- to-night my heart is light!- no dirge will I upraise,
   But waft the angel on her flight with a Paean of old days!"
Ζοῦσα μόνος σ’ ἕναν κόσμο βυθισμένο στήν ὀδύνη καί πνιγόταν ἡ ψυχή μου, ὥσπου ἡ ὄμορφη Εὐλαλία, ὥσπου ἡ λεπτή Εὐλαλία, ἔγινε σεμνή μου ἀγάπη· ὥσπου ἡ ξανθή Εὐλαλία, ὥσπου ἡ νέα Εὐλαλία, μοῦ χαμογέλασε ἀγάπη.
Ἄ! Τῆς νύχτας κανέν’ ἄστρο δέν φωτίζει μέ τή λάμψη τῶν ματιῶν τῆς Εὐλαλίας· καί δροσιά – ὅταν ξυπνάει ὅλο πορφύρα καί σεντέφι μές στό χάραμα–  καμιά τίς ἀπέριττες πλεξοῦδες τῆς σεμνῆς μου Εὐλαλίας δέν μπορεῖ νά παραβγεῖ· μέ τίς ταπεινές πλεξοῦδες – καί τό βλέμμα! Ὦ, τί βλέμμα!–  τῆς ἁπλῆς μου Εὐλαλίας δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ.
Τώρα, ἀμφιβολία κι ὀδύνη πᾶνε πιά· γιατί ἡ ψυχή της κάθε κίνημα σαλεύει τῆς ψυχῆς μου, κι ὅλη μέρα λάμπει ἀπάνω ἡ Ἀστάρτη – φῶς μέ δύναμη φωτός–  καί τό μητρικό της βλέμμα στήν ἀγάπη μου Εὐλαλία στρέφει πάντα· πάντα στρέφει τό μενεξεδένιο βλέμμα πρός τή νέα μου Εὐλαλία.

Edgar Allan Poe


                  I dwelt alone
                  In a world of moan,
           And my soul was a stagnant tide,
  Till the fair and gentle Eulalie became my blushing bride-
  Till the yellow-haired young Eulalie became my smiling bride.

                  Ah, less- less bright
                  The stars of the night
           Than the eyes of the radiant girl!
                  That the vapor can make
           With the moon-tints of purple and pearl,
  Can vie with the modest Eulalie's most unregarded curl-
  Can compare with the bright-eyed Eulalie's most humble and careless

                  Now Doubt- now Pain
                  Come never again,
           For her soul gives me sigh for sigh,
                  And all day long
                  Shines, bright and strong,
           Astarte within the sky,
  While ever to her dear Eulalie upturns her matron eye-
  While ever to her young Eulalie upturns her violet eye.
Ἤσουν γιά μένα ὅλοι οἱ πνιγμοί πού πόθησα ἀγάπη: ἕνα νησί κατάφυτο στό πέλαγο, ἀγάπη, μέ μιά πηγή κι ἕνα ναό καί γύρω ἄνθη ὄμορφα, καρποί· κι ὅλα δικά μου.
Ἄχ, παραήσουν φωτεινό ὄνειρο τελικά! Ἄχ, ἔναστρη ἐλπίδα, πού ἀνέτειλες γιά νά χαρεῖς μόνο τή συννεφιά σου! Ἀπ’ ὅπου Μέλλον ἔρχεται «Ἐμπρός!» ἀλαλαγμός. Κατ’ ὅπου ὅμως Παρελθόν (Τί σκοτεινή φωλιά!) τό πνεῦμα μου διστάζει· τό πνεῦμα μου ἀσάλευτο, μετέωρο, βουβό!
Γιατί, γιά μένα – Συμφορά!–  δέν φέγγει πιά ζωή! Ποτέ, ποτέ (μέ τή στυγνή γλώσσα πού λέει τό κύμα στήν ἄμμο νά ‘ναι ἀκτή) δέν θά βλαστήσει πιά τό δέντρο πού κατάντησε κούτσουρο ὁ κεραυνός, δέν θά δεσπόσει ὁ ἀετός πού ἔχασε τά φτερά του!
Οἱ μέρες μου παραίσθηση κι οἱ νύχτες μου ὄνειρο, κι ἐσύ… σάν μαυροφτέρουγο πουλί τό βλέμμα σου περνάει. Σάν λάμψη ἀνεπαίσθητη τό πόδι σου πατάει. Τριγύρω, αἰθέριοι χοροί. Στή μέση, αἰώνια πηγή.

Edgar Allan Poe

To One in Paradise

       Thou wast all that to me, love,
         For which my soul did pine-
       A green isle in the sea, love,
         A fountain and a shrine,
       All wreathed with fairy fruits and flowers,
         And all the flowers were mine.

       Ah, dream too bright to last!
         Ah, starry Hope! that didst arise
       But to be overcast!
         A voice from out the Future cries,
       "On! on!"- but o'er the Past
         (Dim gulf!) my spirit hovering lies
       Mute, motionless, aghast!

       For, alas! alas! me
         The light of Life is o'er!
         "No more- no more- no more-"
       (Such language holds the solemn sea
         To the sands upon the shore)
       Shall bloom the thunder-blasted tree
         Or the stricken eagle soar!

       And all my days are trances,
         And all my nightly dreams
       Are where thy grey eye glances,
         And where thy footstep gleams-
       In what ethereal dances,
         By what eternal streams.

Εἶναι γιά μένα ἡ ὀμορφιά σου, Ἑλένη, ἕνα καράβι ἀπό τή Νύσα τήν παλιά, χαμένη στούς αἰῶνες. Καί λάμνει ἀργά καί τρυφερά στά μυρωμένα τά νερά καί φέρνει ἀποσταμένο τόν ταξιδιώτη πού ἔγειρε τό μόχθο τῶν κυμάτων στή μητρική ἀκτή.
Πάλεψα κι ἀπελπίστηκα πέλαγα ἀγριεμένα, ὥσπου οἱ καλοί σου βόστρυχοι, ἡ κλασική μορφή σου, ἡ Ναϊάδα αὔρα σου νά μέ γυρίσουν πίσω, στό θάμβος τό ἑλληνικό, στή ρώμη τῶν Ρωμαίων.
Μά, ναί! Γιά δές! Ἀνοίγει ἐκεῖ ἕνα παράθυρο ὅλο φῶς κι ἐσύ σάν ἄγαλμα κρατᾶς ἕνα λυχνάρι ἀχάτη. Ψυχή! Ὦ, Ψυχή, ἀπ’ ὅπου γῆ εὐλογημένη, εἶσαι ἐκεῖ!

Edgar Allan Poe

To Helen

       Helen, thy beauty is to me
         Like those Nicean barks of yore,
       That gently, o'er a perfumed sea,
         The weary, wayworn wanderer bore
         To his own native shore.

       On desperate seas long wont to roam,
         Thy hyacinth hair, thy classic face,
       Thy Naiad airs have brought me home
         To the glory that was Greece
       And the grandeur that was Rome.

       Lo! in yon brilliant window-niche
         How statue-like I see thee stand,
         The agate lamp within thy hand!
       Ah, Psyche, from the regions which
         Are Holy Land! 

Edgar Allan Poe

To Helen

I saw thee once- once only- years ago: I must not say how many- but not many. It was a July midnight; and from out A full-orbed moon, that, like thine own soul, soaring, Sought a precipitate pathway up through heaven, There fell a silvery-silken veil of light, With quietude, and sultriness, and slumber, Upon the upturned faces of a thousand Roses that grew in an enchanted garden, Where no wind dared to stir, unless on tiptoe- Fell on the upturn'd faces of these roses That gave out, in return for the love-light, Their odorous souls in an ecstatic death- Fell on the upturn'd faces of these roses That smiled and died in this parterre, enchanted By thee, and by the poetry of thy presence. Clad all in white, upon a violet bank I saw thee half reclining; while the moon Fell on the upturn'd faces of the roses, And on thine own, upturn'd- alas, in sorrow! Was it not Fate, that, on this July midnight- Was it not Fate, (whose name is also Sorrow,) That bade me pause before that garden-gate, To breathe the incense of those slumbering roses? No footstep stirred: the hated world an slept, Save only thee and me. (Oh, Heaven!- oh, God! How my heart beats in coupling those two words!) Save only thee and me. I paused- I looked- And in an instant all things disappeared. (Ah, bear in mind this garden was enchanted!) The pearly lustre of the moon went out: The mossy banks and the meandering paths, The happy flowers and the repining trees, Were seen no more: the very roses' odors Died in the arms of the adoring airs. All- all expired save thee- save less than thou: Save only the divine light in thine eyes- Save but the soul in thine uplifted eyes. I saw but them- they were the world to me! I saw but them- saw only them for hours, Saw only them until the moon went down. What wild heart-histories seemed to he enwritten Upon those crystalline, celestial spheres! How dark a woe, yet how sublime a hope! How silently serene a sea of pride! How daring an ambition; yet how deep- How fathomless a capacity for love! But now, at length, dear Dian sank from sight, Into a western couch of thunder-cloud; And thou, a ghost, amid the entombing trees Didst glide away. Only thine eyes remained; They would not go- they never yet have gone; Lighting my lonely pathway home that night, They have not left me (as my hopes have) since; They follow me- they lead me through the years. They are my ministers- yet I their slave. Their office is to illumine and enkindle- My duty, to be saved by their bright light, And purified in their electric fire, And sanctified in their elysian fire. They fill my soul with Beauty (which is Hope), And are far up in Heaven- the stars I kneel to In the sad, silent watches of my night; While even in the meridian glare of day I see them still- two sweetly scintillant
Venuses, unextinguished by the sun!

Ἔχω στό χέρι μου τό δαχτυλίδι κι ἔχω στό μέτωπο στεφάνι. Μετάξια καί διαμαντικά εἶναι στίς προσταγές μου. Καί εἶμαι εὐτυχισμένη.
Κι ὁ ἄρχοντάς μου μέ ἀγαπᾶ πολύ· μά ὅταν φύσηξε τοῦ ὅρκου του ἡ αὔρα, τό στῆθος μου τρικύμισε, γιατί τά λόγια του ἤχησαν σάν πένθιμη καμπάνα, καί ἡ φωνή του ἦταν φωνή πολεμιστῆ, πού ἔπεσε μαχόμενος σέ κάμπο, καί εἶναι εὐτυχισμένος.
Ὡστόσο ἐπανέλαβε τόν ὅρκο του καί φίλησε τό κάτωχρό μου μέτωπο, καί τότε ἦρθε κάτι σάν ὄνειρο, μέ τύλιξε καί σάν νά βρέθηκα ἔξω, στό κοιμητήρι. Τόν κοίταζα, ἦταν αὐτός! Κι ὅμως ἐγώ σκεπτόμουν ἕναν νεκρό ἀπαράλλακτο· νεκρό καί Ντ’ Ἐλορμή. Καί εἶπα, κι ἀναστέναξα: «Εἶμαι εὐτυχισμένη!».
Ἔτσι εἶπα κι ἔτσι ἔδωσα τόν ὅρκο μου κι ἐγώ. Κι ἄν ράγισε ἡ πίστη μου, κι ἄν ράγισε ἡ καρδιά μου, κοίταξα τό γαμήλιο χρυσάφι πού ἀποδείκνυε πώς εἶμαι εὐτυχισμένη!
Δῶσε, Θεέ μου, ἀπ’ τ’ ὄνειρο ἐτοῦτο νά ξυπνήσω! Τί ὀνειρεύομαι καί πῶς δέν ξέρω! Μόνο τρέμει, πονάει μέσα μου ἡ ψυχή, μή σέρνεται κάτι κακό, μήν ὁ νεκρός πού ἄφησα δέν εἶναι εὐτυχισμένος.

Edgar Allan Poe

The Bridal Ballad

       The ring is on my hand,
         And the wreath is on my brow;
       Satin and jewels grand
       Are all at my command,
         And I am happy now.

       And my lord he loves me well;
         But, when first he breathed his vow,
       I felt my bosom swell-
       For the words rang as a knell,
       And the voice seemed his who fell
       In the battle down the dell,
         And who is happy now.

       But he spoke to re-assure me,
         And he kissed my pallid brow,
       While a reverie came o'er me,
       And to the church-yard bore me,
       And I sighed to him before me,
       Thinking him dead D'Elormie,
       "Oh, I am happy now!"

       And thus the words were spoken,
         And this the plighted vow,
       And, though my faith be broken,
       And, though my heart be broken,
       Here is a ring, as token
         That I am happy now!

       Would God I could awaken!
         For I dream I know not how!
       And my soul is sorely shaken
       Lest an evil step be taken,-
       Lest the dead who is forsaken
         May not be happy now.

Συννεφιασμένος ὁ οὐρανός, βαθιά συλλογισμένος· τά φύλλα θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Νύχτα, ἐρημιά τοῦ Ὀκτώβρη. Χρονιά; Χρονιά χαμένη βαθιά στή μνήμη· ἐρημικά. Κάπου κοντά στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Κάπου ἐκεῖ πέρα στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ καί στοῦ Βάιρ τά στοιχειωμένα δάση.
Ἐκεῖ, πήγαινα κάποτε, μαζί μέ τήν ψυχή μου, σέ δρόμο πού τόν ἔζωναν τιτάνια κυπαρίσσια –  κυπαρίσσια εἶχε ὁ δρόμος κι ἡ Ψυχή ἦταν μαζί μου· ἡ ψυχή μου. Κι ἦταν οἱ μέρες πού ἔνιωθα ἡφαίστειο τήν καρδιά μου: ποτάμια μέταλλο πυρρό, λάβα πού ὀργώνει ἀκάματη μέ ὀργισμένο θειάφι τοῦ Γιάνεκ τίς πλαγιές, στήν ἄκρα γῆ τοῦ πόλου· κι ὅλο βρυχᾶται καί κυλάει ἀπό τοῦ Γιάνεκ τήν κορφή στίς ἁπλωσιές τοῦ βόρειου πόλου.
Πηγαίναμε, μιλούσαμε σιγά, συλλογιστά. Μά, οἱ σκέψεις: θράκα πού ἀργοκαίει· ὕπουλη θράκα οἱ σκέψεις, γιατί σάν νά μήν ξέραμε πώς ἤτανε Ὀκτώβρης καί νύχτα (Ὦ, νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες!). Γιατί σάν νά μήν νιώθαμε τή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ (κι ἄς βρεθήκαμε ἐκεῖ τόσες φορές). Γιατί σάν νά ξεχάσαμε τό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ. Ναί· σάν νά λησμονήσαμε τά στοιχειωμένα δάση.
Μά ἡ νύχτα εἶχε γεράσει πιά κι οἱ ἀστρολάβοι ἔδειχναν αὐγή· οἱ ἀστρολάβοι ὅλοι ὑπονοοῦσαν χάραμα. Καί τότε, ἐκεῖ στήν ἄκρη τοῦ δρόμου πρόβαλε ὅλο φῶς μιά πάχνη, κι ἀπό μέσα της ὑψώθηκε ἡμισέληνος: τό θαυμαστό, τό δίκοπο στολίδι τῆς Ἀστάρτης. Καί εἶπα: «Εἶναι πιό στοργική ἀπό τήν Ἄρτεμη αὐτή. Στόν οὐρανό τῶν στεναγμῶν γυρίζει καί τή γῆ τῶν στεναγμῶν φωτίζει.
Εἶδε πώς δέν στεγνώνουνε στά μάγουλα ἐτοῦτα ἐδῶ τά δάκρυα πού τρέφουνε τό ζωντανό σκουλήκι, καί ἄφησε τόν Λέοντα καί ἦρθε νά μᾶς δείξει τό δρόμο γιά τή γαληνή Λήθη τῶν οὐρανῶν. Στό πεῖσμα ἦρθε τοῦ Λέοντα, τό βλέμμα της ἀπάνω μας νά λάμψει. Τήν ἄγρια ξέφυγε φωλιά τοῦ Λέοντα, τά ἐρωτικά τά μάτια της ἀπάνω μας ν’ ἀστράψει».
Μοῦ ἔδειξε, ὡστόσο, ἡ Ψυχή τό δάχτυλο καί εἶπε: «Λυπᾶμαι, μά δέν γίνεται νά τό ἐμπιστευτῶ αὐτό τό ἀστέρι τό ἀχνό. Τόσο ἀχνό! Δέν γίνεται! Βιάσου, λοιπόν! Γιατί ἀργεῖς; Τρέξε, λοιπόν! Τρέχω κι ἐγώ! Πέτα! Πετῶ!» Τρόμου κραυγή τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί βύθισαν καί σύρθηκαν στή σκόνη. Πνιγμοῦ λυγμός τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί σύρθηκαν – ἄθλια φτερά–  στή σκόνη.
Ἀπάντησα: «Ἕνα ὄνειρο εἶναι τό φῶς αὐτό πού τρεμοπαίζει. Μόνο αὐτό! Στό κρύσταλλο τῆς λάμψης του ἄς πᾶμε νά λουστοῦμε! Ἐλπίδα, ἀπόψε, κι Ὀμορφιά λαμποκοποῦν σιβυλλικά οἱ ἀκτίνες του. Μά, κοίτα! Τρέμει καί πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας. Τί λάμψη! Πρέπει, ἀσφαλῶς, νά τήν ἐμπιστευτοῦμε! Τί θάμπος! Πρέπει, ἀσφαλῶς, τό δρόμο νά γνωρίζει, ἀφοῦ ὅπου πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας».
Κι ἡσύχασα ἔτσι τήν ψυχή. Τή φίλησα, τήν ἔβγαλα στό φῶς ἀπό τή θλίψη. Κατέκτησα ἔτσι τήν ψυχή. Κυρίευσα τούς δισταγμούς καί τή βαθιά της θλίψη. Καί φύγαμε ὅπου βλέπαμε καί φτάσαμε στή θύρα ἑνός τάφου. Καί κάτι ἔγραφε ἐκεῖ, πάνω στή θύρα, καί εἶπα: «Τί γράφει ἐκεῖ, γλυκιά ἀδελφή;» Κι ἐκείνη: «Οὐλαλούμ! Εἶναι τό μνῆμα τῆς χαμένης σου Οὐλαλούμ!»
Θράκα ἡ καρδιά μου πού ἔσβησε· θράκα βουβή ἡ καρδιά μου, ὅπως τά φύλλα γύρω μου, τά φύλλα: θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Καί φώναξα: «Ἦταν Ὀκτώβρης κι ἡ χρονιά: ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ, ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ μέ τό φρικτό μου βάρος, μιά νύχτα – νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες–  σπρωγμένος… Ἄ! ποιός δαίμονας μ’ ἔφερε μέχρι ἐκεῖ; Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, ἦταν μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ κι ἦταν στοῦ Βάιρ τά σκοτεινά, τά στοιχειωμένα δάση».

Edgar Allan Poe


      The skies they were ashen and sober;
          The leaves they were crisped and sere-
          The leaves they were withering and sere;
      It was night in the lonesome October
          Of my most immemorial year;
      It was hard by the dim lake of Auber,
          In the misty mid region of Weir-
      It was down by the dank tarn of Auber,
          In the ghoul-haunted woodland of Weir.

      Here once, through an alley Titanic,
          Of cypress, I roamed with my Soul-
          Of cypress, with Psyche, my Soul.
      There were days when my heart was volcanic
          As the scoriac rivers that roll-
          As the lavas that restlessly roll
      Their sulphurous currents down Yaanek
          In the ultimate climes of the pole-
      That groan as they roll down Mount Yaanek
          In the realms of the boreal pole.

      Our talk had been serious and sober,
          But our thoughts they were palsied and sere-
          Our memories were treacherous and sere-
      For we knew not the month was October,
          And we marked not the night of the year-
          (Ah, night of all nights in the year!)
      We noted not the dim lake of Auber-
          (Though once we had journeyed down here),
      Remembered not the dank tarn of Auber,
          Nor the ghoul-haunted woodland of Weir.

      And now, as the night was senescent,
          And star-dials pointed to morn-
          As the star-dials hinted of morn-
      At the end of our path a liquescent
          And nebulous lustre was born,
      Out of which a miraculous crescent
          Arose with a duplicate horn-
      Astarte's bediamonded crescent
          Distinct with its duplicate horn.

      And I said- "She is warmer than Dian:
          She rolls through an ether of sighs-
          She revels in a region of sighs:
      She has seen that the tears are not dry on
          These cheeks, where the worm never dies,
      And has come past the stars of the Lion,
          To point us the path to the skies-
          To the Lethean peace of the skies-
      Come up, in despite of the Lion,
          To shine on us with her bright eyes-
      Come up through the lair of the Lion,
          With love in her luminous eyes."

      But Psyche, uplifting her finger,
          Said- "Sadly this star I mistrust-
          Her pallor I strangely mistrust:-
      Oh, hasten!- oh, let us not linger!
          Oh, fly!- let us fly!- for we must."
      In terror she spoke, letting sink her
          Wings until they trailed in the dust-
      In agony sobbed, letting sink her
          Plumes till they trailed in the dust-
          Till they sorrowfully trailed in the dust.

      I replied- "This is nothing but dreaming:
          Let us on by this tremulous light!
          Let us bathe in this crystalline light!
      Its Sybilic splendor is beaming
          With Hope and in Beauty to-night:-
          See!- it flickers up the sky through the night!
      Ah, we safely may trust to its gleaming,
          And be sure it will lead us aright-
      We safely may trust to a gleaming
          That cannot but guide us aright,
          Since it flickers up to Heaven through the night."

      Thus I pacified Psyche and kissed her,
          And tempted her out of her gloom-
          And conquered her scruples and gloom;
      And we passed to the end of the vista,
          But were stopped by the door of a tomb-
          By the door of a legended tomb;
      And I said- "What is written, sweet sister,
          On the door of this legended tomb?"
          She replied- "Ulalume- Ulalume-
          'Tis the vault of thy lost Ulalume!"

      Then my heart it grew ashen and sober
          As the leaves that were crisped and sere-
          As the leaves that were withering and sere-
      And I cried- "It was surely October
          On this very night of last year
          That I journeyed- I journeyed down here-
          That I brought a dread burden down here-
          On this night of all nights in the year,
          Ah, what demon has tempted me here?
      Well I know, now, this dim lake of Auber-
          This misty mid region of Weir-
      Well I know, now, this dank tarn of Auber,
          This ghoul-haunted woodland of Weir."

Δέξου, λοιπόν, ἕνα φιλί καί μιά παραδοχή, τώρα – ἰδίως–  πού φεύγω. Δέν εἶχες λάθος: ὄνειρο ἤτανε ἡ ζωή μου. Ἔχει, ὡστόσο, σημασία ἄν ἦταν μέρα ἤ νύχτα, ψευδαίσθηση ἤ ὄχι, ἡ πτώση τῶν ἐλπίδων μου; Ὄνειρο μέσα σέ ὄνειρο εἶναι ὅ,τι ζοῦμε. Αὐτό!
Στέκομαι· ἀκούω κύματα νά ὠρύονται τό μαρτύριο κάποιας ἀκτῆς· κοιτάζω τό χέρι μου: κρατάω μιά φούχτα ἄμμο χρυσή… Ἀσήμαντο ἀπόκτημα! Καί πῶς γλιστράει ἀνάμεσα στά δάχτυλα, πῶς χάνεται· βουλιάζει κι ἐγώ θρηνῶ· θρηνῶ, βουλιάζει! Θεέ μου, ἄν ἔσφιγγα γερά τό χέρι, θά τήν ἔσωζα; Θά τήν κρατοῦσα μακριά ἀπ’ τ’ ἀνελέητο κύμα; Ὄνειρο μέσα σέ ὄνειρο εἶναι ὅ,τι ζοῦμε; Αὐτό;

Edgar Allan Poe

A Dream Within a Dream

          Take this kiss upon the brow!
          And, in parting from you now,
          Thus much let me avow-
          You are not wrong, who deem
          That my days have been a dream;
          Yet if hope has flown away
          In a night, or in a day,
          In a vision, or in none,
          Is it therefore the less gone?
          All that we see or seem
          Is but a dream within a dream.

          I stand amid the roar
          Of a surf-tormented shore,
          And I hold within my hand
          Grains of the golden sand-
          How few! yet how they creep
          Through my fingers to the deep,
          While I weep- while I weep!
          O God! can I not grasp
          Them with a tighter clasp?
          O God! can I not save
          One from the pitiless wave?
          Is all that we see or seem
          But a dream within a dream?

Ἄκου τά ἕλκηθρα! Ἔχουν καμπάνες. Μικρές, ἀσημένιες καμπάνες! Καί χτυποῦν λυγερά καί χτυποῦν τρυφερά, καί χτυποῦν μουσικά, κι ἕναν κόσμο χαρᾶς ἀναγγέλλουν μές στήν ψύχρα τῆς νύχτας! Κι εἶναι πάνω τά οὐράνια σπαρμένα μέ ἀστέρια· συχνοφέγγουν τ’ ἀστέρια μέ κρυστάλλινη ὁρμή. Καί κρατοῦν τό ρυθμό, τόν ἀρχαῖο ρυθμό, τόν μυστήριο ρυθμό, στίς καμπάνες· στίς μικρές, ἀσημένιες καμπάνες, πού χτυποῦν λυγερά καί χτυποῦν τρυφερά, καί χτυποῦν μουσικά.
Ἄκου! Γίνεται γάμος! Χτυποῦν οἱ καμπάνες! Χρυσές, ὅλο γλύκα οἱ καμπάνες! Κι εὐτυχία ἀναγγέλλουν μές στά μύρα τῆς νύχτας! Καί χτυποῦν φλογερά καί σκορπᾶ γλυκασμούς ἡ χρυσή μουσική τους. Κελαρύζει τραγούδι λιανό, τραγουδάκι ἁπαλό, στό φεγγάρι ἡ ζηλιάρα τρυγόνα! Καί ποτάμι χυμᾶ ἡ ἁρμονία παντοῦ, πλημμυρίζει τά πάντα· τό μέλλον προπάντων! Κι ὅλο λέει μέ μανία τό πάθος πού κάνει τίς καμπάνες νά ἠχοῦν, νά κρατοῦν τόν ρυθμό στίς καμπάνες πού ἠχοῦν φλογερά καί σκορπᾶ γλυκασμούς ἡ χρυσή μουσική τους!
Ἄκου! Κάτι συμβαίνει! Χτυποῦν οἱ καμπάνες! Βραχνιασμένος χαλκός τοῦ κινδύνου οἱ καμπάνες! Κι ἕναν τρόμο ἀλαφιάζουν στῆς νύχτας τό αὐτί! Καί κραυγάζουν τή φρίκη τους· ἄλαλη φρίκη κι ὡστόσο κραυγάζουν, κραυγάζουν ἀλύπητα, δίχως ρυθμό, ἱκετεύουν – μά, ὄχι… ἀπαιτοῦν!–  νά σταθεῖ σπλαχνική ἡ φωτιά, ἡ κουφή, λυσσασμένη φωτιά, πού φουντώνει ἀνένδοτη, ὑψώνει ἐναγώνιο πόθο νά φτάσει ψηλά, νά σταθεῖ πλάι στ’ ὠχρό τό φεγγάρι. Ἄ, οἱ Καμπάνες! Ἡ φρίκη τους λέει… Μά, δέν λέει… Ἀπελπίζει! Πῶς χτυποῦν καί βομβοῦν καί δονοῦν καί σηκώνουν τρελό καρδιοχτύπι στά στήθη τοῦ ἀνέμου! Σάν τρελές οἱ καμπάνες συντρίβουν καμπάνες καί τό νιώθει τό αὐτί πώς ὁ κίνδυνος ἔρχεται, φτάνει! Καί τό νιώθει τό αὐτί καθαρά, μές στή μάχη πού δίνει ἡ ὀργή τοῦ μετάλλου, πώς ὁ κίνδυνος ἔφτασε κύμα θεριό καί ζητᾶ νά ποντίσει τά πάντα ἕνα γύρο στίς ἄγριες καμπάνες, πού ζητοῦν μέ ὀργή νά ποντίσουν τή φρίκη πού ἀλαφιάζουν στῆς νύχτας τό αὐτί οἱ καμπάνες!
Ἄκου! Πενθοῦν οἱ καμπάνες! Σιδερένιες καμπάνες! Ἕναν ἔρημο κόσμο ἀντιτάσσουν στή σιωπή πού ἰσχυρίζεται ἡ νύχτα! Ἀπειλοῦν οἱ καμπάνες μέ τόν τρόπο πού φέρνει ρίγη φόβου ἡ θλίψη ἡ βαθιά. Γιατί κάθε τους χτύπος εἶναι ὀδύνη πού ἦταν σκουριά στεναγμός πρίν νά γίνει. Καί οἱ ἄνθρωποι – αὐτοί, πάντ’ αὐτοί!–  πού φωλιάζουν μονάχοι ἐκεῖ πάνω καί πνίγουν στό βυθό τῶν μονότονων ἤχων καμπάνες, λογαριάζουν γιά δόξα μεγάλη νά κυλοῦν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων μιά πέτρα, μά δέν ἔχουνε φύλλο, δέν εἶναι οὔτε ζῶα οὔτε ἄνθρωποι· εἶναι… βρικόλακες εἶναι κι ὁ ἀφέντης τους δέρνει – αὐτός!–  τίς καμπάνες. Παιανίζει ἐκεῖ πάνω. Τή χαρά πού φουσκώνει στά στήθη του δείχνει! Καί χορεύει, οὐρλιάζει, κρατᾶ τόν ἀρχαῖο, μυστήριο ρυθμό στόν πνιγμό πού χτυποῦν οἱ καμπάνες, στόν λυγμό πού χτυποῦν οἱ καμπάνες. Κι ἀναγγέλλει, ἀναγγέλλει, ἀναγγέλλει θανάτου χορό στόν ἀρχαῖο ρυθμό, στόν μυστήριο ρυθμό πού θρηνοῦν καί πονοῦν καί βογκοῦν οἱ καμπάνες.

Edgar Allan Poe

The Bells

          Hear the sledges with the bells-
                   Silver bells!
   What a world of merriment their melody foretells!
          How they tinkle, tinkle, tinkle,
              In the icy air of night!
          While the stars that oversprinkle
          All the heavens, seem to twinkle
             With a crystalline delight;
                Keeping time, time, time,
             In a sort of Runic rhyme,
   To the tintinnabulation that so musically wells
             From the bells, bells, bells, bells,
                   Bells, bells, bells-
   From the jingling and the tinkling of the bells.


          Hear the mellow wedding bells,
                   Golden bells!
   What a world of happiness their harmony foretells!
          Through the balmy air of night
          How they ring out their delight!
            From the molten-golden notes,
                   And an in tune,
            What a liquid ditty floats
   To the turtle-dove that listens, while she gloats
                   On the moon!
          Oh, from out the sounding cells,
   What a gush of euphony voluminously wells!
                   How it swells!
                   How it dwells
            On the Future! how it tells
            Of the rapture that impels
          To the swinging and the ringing
            Of the bells, bells, bells,
          Of the bells, bells, bells,bells,
                   Bells, bells, bells-
   To the rhyming and the chiming of the bells!


          Hear the loud alarum bells-
                   Brazen bells!
   What a tale of terror, now, their turbulency tells!
          In the startled ear of night
        How they scream out their affright!
          Too much horrified to speak,
          They can only shriek, shriek,
                   Out of tune,
   In a clamorous appealing to the mercy of the fire,
   In a mad expostulation with the deaf and frantic fire,
          Leaping higher, higher, higher,
            With a desperate desire,
          And a resolute endeavor,
          Now- now to sit or never,
        By the side of the pale-faced moon.
           Oh, the bells, bells, bells!
           What a tale their terror tells
                   Of Despair!
         How they clang, and clash, and roar!
         What a horror they outpour
       On the bosom of the palpitating air!
           Yet the ear it fully knows,
                   By the twanging,
                   And the clanging,
           How the danger ebbs and flows:
           Yet the ear distinctly tells,
                   In the jangling,
                   And the wrangling,
           How the danger sinks and swells,
   By the sinking or the swelling in the anger of the bells-
                   Of the bells-
           Of the bells, bells, bells,bells,
                 Bells, bells, bells-
      In the clamor and the clangor of the bells!


          Hear the tolling of the bells-
                   Iron Bells!
   What a world of solemn thought their monody compels!
          In the silence of the night,
          How we shiver with affright
     At the melancholy menace of their tone!
          For every sound that floats
          From the rust within their throats
                    Is a groan.
          And the people- ah, the people-
          They that dwell up in the steeple,
                   All Alone
          And who, tolling, tolling, tolling,
            In that muffled monotone,
          Feel a glory in so rolling
            On the human heart a stone-
          They are neither man nor woman-
          They are neither brute nor human-
                   They are Ghouls:
            And their king it is who tolls;
            And he rolls, rolls, rolls,
              A paean from the bells!
          And his merry bosom swells
            With the paean of the bells!
          And he dances, and he yells;
          Keeping time, time, time,
          In a sort of Runic rhyme,
            To the paean of the bells-
                   Of the bells:
          Keeping time, time, time,
          In a sort of Runic rhyme,
            To the throbbing of the bells-
          Of the bells, bells, bells-
            To the sobbing of the bells;
          Keeping time, time, time,
            As he knells, knells, knells,
          In a happy Runic rhyme,
            To the rolling of the bells-
          Of the bells, bells, bells:
            To the tolling of the bells,
          Of the bells, bells, bells, bells-
            Bells, bells, bells-
    To the moaning and the groaning of the bells. 
Δέν ἤμουν σάν τούς ἄλλους ἐγώ ἀπό παιδί. Δέν ἔβλεπα ὅπως αὐτοί, δέν ἔβγαζα τά πάθη μου ἀπό κοινή πηγή. Ἡ θλίψη μου δέν ἔσταζε ἀπό τήν ἴδια βρύση. Τά ἴδια τραγούδια δέν ξυπνοῦσαν στήν καρδιά μου τή χαρά. Κι ὅ,τι ἀγαποῦσα, τό ἀγαποῦσα ἐρημικά. Τότε, λοιπόν, πού ἤμουν παιδί – καί χάραζε ἡ συννεφιά πού ἔγινε ζωή μου–  ὅ,τι καλό κι ὅ,τι κακό γιά μένα εἶχε βυθό, ἕναν βυθό μυστήριο πού ἀκόμα μέ τυφλώνει. Ὁ χείμαρρος καί ἡ πηγή, ὁ ἥλιος πού μέ τύλιγε χρυσάφι φθινοπωρινό, τό ἀστροπελέκι πού ἅπλωνε πάνω μου ὁλόφωτα φτερά, ἡ μπόρα, ἡ βροντή, τό σύννεφο, ἔπαιρναν μορφή (κι ἄς ἦταν καταγάλανοι γύρω μου οἱ οὐρανοί) δαίμονα μές στό βλέμμα του· ἀπ’ τόν καιρό πού ἤμουν παιδί.

Edgar Allan Poe


        From childhood's hour I have not been
        As others were; I have not seen
        As others saw; I could not bring
        My passions from a common spring.
        From the same source I have not taken
        My sorrow; I could not awaken
        My heart to joy at the same tone;
        And all I loved, I loved alone.
        Then- in my childhood, in the dawn
        Of a most stormy life- was drawn
        From every depth of good and ill
        The mystery which binds me still:
        From the torrent, or the fountain,
        From the red cliff of the mountain,
        From the sun that round me rolled
        In its autumn tint of gold,
        From the lightning in the sky
        As it passed me flying by,
        From the thunder and the storm,
        And the cloud that took the form
        (When the rest of Heaven was blue)
        Of a demon in my view.

Μεσάνυχτα, Ἰούνιος, φεγγάρι μαγικό. Στέκω, κοιτάζω: ἄχνα ὀπίου, ὑγρή καί σκοτεινή, τοῦ δίσκου της ἀσθμαίνει τό χρυσάφι. Καί στάζει ἀργά, στάζει ἁπαλά, πάνω στίς ράχες τῶν βουνῶν καί νυσταγμένη σέρνεται· σάν μελωδία, στοῦ σύμπαντος τρυπώνει τό λαγκάδι.
Γέρνει τό δενδρολίβανο πάνω ἀπ’ τό μνῆμα· γέρνει, σαλεύει πάνω ἀπ’ τήν πηγή τό κρίνο, κι ἕνα χάλασμα τυλίγεται τήν καταχνιά, ζαρώνει νά ρημάξει.
Ὅλα θυμίζουν λησμονιά τριγύρω! Δές! Ἡ λίμνη μοιάζει σέ λήθαργο βαθύ νά πέφτει. Ἐτοῦτα τά νερά δέν πρόκειται ποτέ τους νά ξυπνήσουν. Γιατί κοιμᾶται ἡ Ὀμορφιά ἐκεῖ πού – Δυστυχία!–  (παραθυρόφυλλα ἀνοιχτά στούς οὐρανούς) ἡ Εἰρήνη κοιμᾶται μέ τίς Μοῖρες της.
Κυρά καλή, ἄστρο λαμπρό! Ἕνα παράθυρο ἀνοιχτό μέσα στή νύχτα! Εἶναι σωστό; Ἄνεμοι κλέφτες ἀπ’ τῶν δέντρων τίς κορφές τρυπώνουν στό καφασωτό· δέν ἔχουν σῶμα οἱ ἄνεμοι· δαίμονες εἶναι, σύναξη δαιμόνων καί πετοῦν στήν κάμαρα, σαλεύουν στήν κουρτίνα τοῦ κρεβατιοῦ, τρομακτικά, αἰφνίδια σαλεύουν, πάνω ἀπό βλέφαρα κλειστά, κλεισμένα ὥσμε τά τσίνορα, μή δείξουν τήν ψυχή σου, πού κρύφτηκε νά κοιμηθεῖ βαθιά· σκιές γοργά πετάγονται, σαρώνουν τό πάτωμα τούς τοίχους. Φαντάσματα εἶναι οἱ σκιές. Χάνονται ὅπως ἦρθαν!
Κυρά καλή, κυρά γλυκιά, γιά πές μου δέν φοβᾶσαι; Τί καί γιατί ὀνειρεύεσαι; Πέρα ἀπ’ τήν πέρα θάλασσα σίγουρα ἦρθες: ὅραμα τά δέντρα αὐτοῦ τοῦ κήπου νά στολίσεις! Καί τί παράξενα χλομή πού εἶσαι! Τί παράξενο πού εἶναι τό φόρεμά σου! Παράξενα ὅλα! Ὅμως αὐτά τά μακριά μαλλιά σου! Κι αὐτή ἡ σιωπή σου! Τί ἐρημιά πού ζώνει τή σιωπή σου!
Κοιμᾶται! Ἄς εἶναι ὁ ὕπνος της ὅσο μακρύς, βαθύς! Ἄς εὐλογοῦν οἱ οὐρανοί τόν ὕπνο της, ἄς ἁγιαστεῖ ἐτούτη ἡ κάμαρα ἄλλη μιά, κι ἄς μείνει μελαγχολικό ἐτοῦτο τό κρεβάτι. Ἄς μή σαλέψει βλέφαρο ποτέ ὅσο περνᾶ ἀπάνω της τό ζοφερό σάβανο τῶν σκιῶν.
Κοιμᾶται ἡ ἀγάπη μου! Βαθιά ἄς κοιμηθεῖ! Ἄς εἶναι εὐγενικό μαζί της τό σκουλήκι! Βαθιά σέ δάσος σκιερό, ἀρχαῖος προβάλλει τύμβος. Τύμβος πού τίναξε συχνά τό πέτρινό του φτέρωμα, κι ἄνοιξε ράμφος σκοτεινό, θριαμβικό, τό νεκρικό βελοῦδο τῶν δικῶν της νά δεχθεῖ.
Ναί, κάποιο μνῆμα ἐρημικό, πλάκα μοναχική, πού ἔριξε πέτρες τρυφερές μικρή πολλές φορές. Πολλές φορές, μά τώρα πιά δέν πρόκειται ν’ ἀκούσει ἀντίλαλο βαθύ, ἀντίλαλο πού ἡ ἔνοχη ψυχή τοῦ ἀθώου παιδιοῦ νόμιζε: ἦταν ὁ νεκρός καί πώς μέ βρυχηθμούς – φτωχό παιδί!–  τῆς ἀπαντοῦσε!

Edgar Allan Poe

The Sleeper

      At midnight, in the month of June,
      I stand beneath the mystic moon.
      An opiate vapor, dewy, dim,
      Exhales from out her golden rim,
      And, softly dripping, drop by drop,
      Upon the quiet mountain top,
      Steals drowsily and musically
      Into the universal valley.
      The rosemary nods upon the grave;
      The lily lolls upon the wave;
      Wrapping the fog about its breast,
      The ruin molders into rest;
      Looking like Lethe, see! the lake
      A conscious slumber seems to take,
      And would not, for the world, awake.
      All Beauty sleeps!- and lo! where lies
      Irene, with her Destinies!

      O, lady bright! can it be right-
      This window open to the night?
      The wanton airs, from the tree-top,
      Laughingly through the lattice drop-
      The bodiless airs, a wizard rout,
      Flit through thy chamber in and out,
      And wave the curtain canopy
      So fitfully- so fearfully-
      Above the closed and fringed lid
      'Neath which thy slumb'ring soul lies hid,
      That, o'er the floor and down the wall,
      Like ghosts the shadows rise and fall!
      Oh, lady dear, hast thou no fear?
      Why and what art thou dreaming here?
      Sure thou art come O'er far-off seas,
      A wonder to these garden trees!
      Strange is thy pallor! strange thy dress,
      Strange, above all, thy length of tress,
      And this all solemn silentness!

      The lady sleeps! Oh, may her sleep,
      Which is enduring, so be deep!
      Heaven have her in its sacred keep!
      This chamber changed for one more holy,
      This bed for one more melancholy,
      I pray to God that she may lie
      For ever with unopened eye,
      While the pale sheeted ghosts go by!

      My love, she sleeps! Oh, may her sleep
      As it is lasting, so be deep!
      Soft may the worms about her creep!
      Far in the forest, dim and old,
      For her may some tall vault unfold-
      Some vault that oft has flung its black
      And winged panels fluttering back,
      Triumphant, o'er the crested palls,
      Of her grand family funerals-
      Some sepulchre, remote, alone,
      Against whose portal she hath thrown,
      In childhood, many an idle stone-
      Some tomb from out whose sounding door
      She ne'er shall force an echo more,
      Thrilling to think, poor child of sin!
      It was the dead who groaned within.

Γιά δές πρεμιέρα, γεγονός σπουδαῖο στήν ἐρημιά τῶν ἡμερῶν μας! Συρρέουν οἱ ἄγγελοι: περοῦκες, χρυσαφικά, ἐπίσημα ἐνδύματα… Συρρέουν δακρύβρεκτοι καί κάθονται νά παρακολουθήσουν κάποια παράσταση προσδοκιῶν καί φόβων, καθώς ἡ ὀρχήστρα ἀσθμαίνει τή μουσική τῶν οὐρανίων σφαιρῶν.
Μίμοι – ὑπερούσιοι θεοί μασκαρεμένοι–  γκρινιάζουν, μουρμουρίζουν λόγια ἀκατάληπτα, πετᾶνε ἀκατάσχετα… Ἀνδρείκελα εἶναι· σπαστικά ὑπακούουν στίς ἐντολές κάποιων πλασμάτων ἄμορφων, τεράστιων, πού σέρνουν πότε ἀποδῶ, πότε ἀποκεῖ τά σκηνικά, χτυπώντας τίς ἀθέατες γιγάντιες φτεροῦγες τους – οὐαί!–  τρομαχτικά.
Θά μείνει ἀξέχαστο – ἀσφαλῶς–  τό πλούσιο ἐτοῦτο δράμα, τό κλασικό του Φάντασμα νά τρέχει νά ξεφύγει ἀπό τό πλῆθος, πού ὅλο τό φτάνει καί δέν τό πιάνει, κι ὅλο γυρίζει στό ἴδιο σημεῖο, κι ὅλα βουλιάζουν μέσα στήν Τρέλα, μέσα στό Αἶσχος, μέσα στόν Τρόμο.
Μά, τί ‘ναι αὐτό; Μές στήν ἀνία τῆς κωμικῆς παράστασης, κάτι σαλεύει κι ἔρχεται, κάτι σφαδάζει κι ἔρχεται, σάν ματωμένο, κάτι εἰσβάλλει στήν ἐρμιά τοῦ σκηνικοῦ! Χτυπιέται – ναί!–  καί σπαρταράει κι οἱ μίμοι οὐρλιάζουνε φρικτά καί τούς κατασπαράζει. Φρίττουν οἱ ἄγγελοι, βλέποντας τά πορφυρά σαγόνια του μέ ἀνθρώπινα κουρέλια στολισμένα.
Σβήνουν τά φῶτα. Κεραυνός πού ξέσπασε ἀπρόσμενα πέφτει ἡ αὐλαία, τυλίγοντας σάν σάβανο τά πλάσματα πού σπαρταροῦν τό τέλος τους, κι οἱ ἄγγελοι, οἱ κάτωχροι, οἱ ξέπνοοι οἱ ἄγγελοι σηκώνονται καί λένε: «Ἔ, ναί, λοιπόν, αὐτή εἶναι πραγματικά ἡ τραγωδία ‛‛Ἄνθρωπος’’, κι αὐτός ἀληθινά ὁ πρωταγωνιστής της: Σκουλήκι ὁ Κατακτητής».

Edgar Allan Poe

The Conqueror Worm

       Lo! 'tis a gala night
         Within the lonesome latter years!
       An angel throng, bewinged, bedight
         In veils, and drowned in tears,
       Sit in a theatre, to see
         A play of hopes and fears,
       While the orchestra breathes fitfully
         The music of the spheres.

       Mimes, in the form of God on high,
         Mutter and mumble low,
       And hither and thither fly-
         Mere puppets they, who come and go
       At bidding of vast formless things
         That shift the scenery to and fro,
       Flapping from out their Condor wings
         Invisible Woe!

       That motley drama- oh, be sure
         It shall not be forgot!
       With its Phantom chased for evermore,
         By a crowd that seize it not,
       Through a circle that ever returneth in
         To the self-same spot,
       And much of Madness, and more of Sin,
         And Horror the soul of the plot.

       But see, amid the mimic rout
         A crawling shape intrude!
       A blood-red thing that writhes from out
         The scenic solitude!
       It writhes!- it writhes!- with mortal pangs
         The mimes become its food,
       And seraphs sob at vermin fangs
         In human gore imbued.

       Out- out are the lights- out all!
         And, over each quivering form,
       The curtain, a funeral pall,
         Comes down with the rush of a storm,
       While the angels, all pallid and wan,
         Uprising, unveiling, affirm
       That the play is the tragedy, "Man,"
         And its hero the Conqueror Worm.

Κάποτε, πολύ παλιά, σ’ ἕνα βασίλειο, σέ μιάν ἀκτή ζοῦσε κάποια παρθένα. Θά τή γνωρίζετε, ἀσφαλῶς. Ἦταν ἡ Ἄναμπελ Λῆ. Κι αὐτή ἡ παρθένα ἤθελε νά μέ λατρεύει νά τή λατρεύω μοναχά. Ἤμουν παιδί κι ἦταν παιδί σ’ ἐκεῖνο τό βασίλειο, σ’ ἐκείνη τήν ἀκτή. Κι ἦταν ἡ ἀγάπη μας, ἀγάπη πού δέν ξανάγινε στή γῆ. Ἐγώ κι ἡ Ἄναμπελ Λῆ, ἡ Ἄναμπελ Λῆ κι ἐγώ… Φτερούγιζαν στόν οὐρανό τά Σεραφείμ καί ζήλευαν τέτοιαν ἀγάπη ἀγγελική.
Κι ἴσως γι’ αὐτό – βέβαια, γι’ αὐτό!–  κάποτε, πολύ παλιά, σ’ ἐκεῖνο τό βασίλειο, σ’ ἐκείνην τήν ἀκτή, σύννεφο ἦρθε σκοτεινό κι ἄνεμος πῆρε νά φυσάει κι οἱ ἄρχοντες γονεῖς της μοῦ πῆραν παγωμένη τήν ὄμορφη Ἄναμπελ Λῆ. Τήν πῆραν, μοῦ τήν ἔκλεισαν σέ τύμβο-φυλακή· σ’ ἐκεῖνο τό βασίλειο, σ’ ἐκείνη τήν ἀκτή
Οἱ ἄγγελοι στόν οὐρανό δέν εἶχαν κάν μισή ἀπό τήν εὐτυχία μας. Ζήλεψαν, ναί! Γι’ αὐτό (ἔχουνε νά τό λένε σ’ ἐκεῖνο τό βασίλειο, σ’ ἐκείνη τήν ἀκτή) τό σύννεφο ἦρθε σκοτεινό κι ὁ ἄνεμος μοῦ πάγωσε, τό σύννεφο μοῦ πῆρε τήν ὄμορφή μου Ἄναμπελ Λῆ.
Μά οὔτε παλιῶν οὔτε σοφῶν ἀγάπη ἄλλη εἶχε σταθεῖ ἀπ’ τή δική μας πιό βαθιά, πιό δυνατή. Γι’ αὐτό οἱ ἄγγελοι ψηλά στόν οὐρανό, κι οἱ δαίμονες στή θάλασσα βαθιά, δέν θά μπορέσουνε ποτέ νά μοῦ στερήσουν τήν ψυχή τῆς ὄμορφής μου Ἄναμπελ Λῆ.
Γιατί δέν βγάνει – κάν ἀχνό–  φεγγάρι ἀπό τότε, δίχως νά ὀνειρευτῶ τήν ὄμορφή μου Ἄναμπελ Λῆ. Κι ἀστέρι δέν φωτίζει στόν οὐρανό δίχως νά δῶ τό βλέμμα της τό ζωντανό. Καί κάθε πού ἀγριεύει τό πέλαγο τῶν σκοταδιῶν, πάω καί γέρνω πλάι της – πλάι στή γλυκιά μου, λατρευτή γυναίκα καί ζωή–  στόν τύμβο πλάι, στή φυλακή, στό μνῆμα της, πλάι στήν ἀκτή, στή θάλασσα πού τή θρηνεῖ.

Edgar Allan Poe

Annabel Lee

    It was many and many a year ago,
          In a kingdom by the sea,
    That a maiden there lived whom you may know
          By the name of ANNABEL LEE;
    And this maiden she lived with no other thought
          Than to love and be loved by me.

    I was a child and she was a child,
          In this kingdom by the sea;
    But we loved with a love that was more than love-
          I and my Annabel Lee;
    With a love that the winged seraphs of heaven
          Coveted her and me.

    And this was the reason that, long ago,
          In this kingdom by the sea,
    A wind blew out of a cloud, chilling
          My beautiful Annabel Lee;
    So that her highborn kinsman came
          And bore her away from me,
    To shut her up in a sepulchre
          In this kingdom by the sea.

    The angels, not half so happy in heaven,
          Went envying her and me-
    Yes!- that was the reason (as all men know,
          In this kingdom by the sea)
    That the wind came out of the cloud by night,
          Chilling and killing my Annabel Lee.

    But our love it was stronger by far than the love
          Of those who were older than we-
          Of many far wiser than we-
    And neither the angels in heaven above,
          Nor the demons down under the sea,
    Can ever dissever my soul from the soul
          Of the beautiful Annabel Lee.

    For the moon never beams without bringing me dreams
          Of the beautiful Annabel Lee;
    And the stars never rise but I feel the bright eyes
          Of the beautiful Annabel Lee;
    And so, all the night-tide, I lie down by the side
    Of my darling- my darling- my life and my bride,
          In the sepulchre there by the sea,
          In her tomb by the sounding sea. 
Ντυμένος τά στολίδια του, γενναῖος ἱππότης τριγυρνᾶ – καιρό πολύ–  σχεδόν παιδί. Περνᾶ λιακάδες, συννεφιές, λιοπύρια καί δροσιές. Καί τραγουδάει καί πάει νά βρεῖ… γυρεύει τό Ἐλντοράδο.
Περνᾶ ὁ καιρός, τά νιάτα του τ’ ἀτρόμητα περνοῦν κι αὐτά. Γερνᾶ ὁ ἱππότης κι οἱ σκιές πλακώνουν στήν καρδιά του, ἀφοῦ ὅπου πάει τίποτα δέν μοιάζει στό Ἐλντοράδο.
Τόν ἄφησαν μέ τόν καιρό ἡ νιότη καί τό σφρίγος τῆς νιότης του, καί μιά σκιά συνάντησε νά τριγυρνᾶ. «Σκιά», τῆς λέει, «ποῦ εἶν’ αὐτός ὁ τόπος τοῦ Ἐλντοράδο;»
«Μή στέκεις!» τοῦ εἶπε ἡ σκιά. «Πέρνα μέ θάρρος τά ψηλά βουνά τοῦ Φεγγαριοῦ γιά τήν Κοιλάδα τῶν Σκιῶν. Κι ὕστερα τρέχα, γύρευε νά βρεῖς τό Ἐλντοράδο».

Edgar Allan Poe


                   Gaily bedight,
                   A gallant knight,
               In sunshine and in shadow,
                   Had journeyed long,
                   Singing a song,
               In search of Eldorado.

                   But he grew old-
                   This knight so bold-
               And o'er his heart a shadow
                   Fell as he found
                   No spot of ground
               That looked like Eldorado.

                   And, as his strength
                   Failed him at length,
               He met a pilgrim shadow-
                   "Shadow," said he,
                   "Where can it be-
               This land of Eldorado?"

                   "Over the Mountains
                   Of the Moon,
               Down the Valley of the Shadow,
                   Ride, boldly ride,"
                   The shade replied-
               "If you seek for Eldorado!"

Στήν πιό γλυκιά κοιλάδα μας – ἀγγέλων χλοερή φωλιά–  ἕνα παλάτι ὄμορφο, ἀγέρωχο παλάτι, χιονάτο μέτωπο ὕψωνε στοῦ ἀπόλυτου μονάρχη νοῦ τήν ἐπικράτεια. Ναί, ἐκεῖ στεκόταν τό παλάτι! Καί Σεραφείμ φτερούγα δέν εἶχε ἀνοίξει ἄλλη φορά πάνω ἀπό τέτοιαν ὀμορφιά.
Φλάμπουρα ὁλοκίτρινα, περήφανα, χρυσά, κυμάτιζαν, φτερούγιζαν, πετοῦσαν στή στέγη του – παλιά πολύ γίνονταν ὅλα αὐτά, στά βάθη τῶν καιρῶν–  κι ὁ ἐρωτευμένος ἄνεμος, πού χάιδευε – μέρα γλυκιά–  σάν τρυφερά κορίτσια τίς πολεμίστρες, σκόρπιζε τριγύρω ἀρώματα λιγνά.
Κι οἱ ὁδοιπόροι πού ἔφερναν τό βῆμα τους ἐκεῖ, στῆς εὐτυχίας τή γῆ, ἀντίκριζαν δυό φωτεινά παράθυρα – πάνθεο φῶς!– καί μέσα νά λικνίζονται πνεύματα ἁρμονικά καί μουσική ἐξαίσια νά πάλλουν οἱ χορδές ἑνός λαούτου. Ὁ βασιλιάς στόν θρόνο του ἀπολάμβανε τό μεγαλεῖο τοῦ ὕψους του: πορφυρογέννητος αὐτός μονάρχης στήν καρδιά τοῦ εὐγενικοῦ λαοῦ του.
Λαμποκοποῦσαν πάναγνο σεντέφι καί ρουμπίνι οἱ πύλες τοῦ ὡραίου παλατιοῦ, κι ἔβγαιναν, ἔβγαιναν – στρατός πανίσχυρος–  οἱ ἀντίλαλοι, πού ἔδωσαν ὅρκο γλυκό – μονάχα αὐτό–  νά ὑπερασπίσουν μέ ἀγγελικά τραγούδια τό πνεῦμα, τή σοφή πνοή τοῦ βασιλιᾶ τους.
Ὄντα κακά, σατανικά, ντυμένα θλίψη, ὅμως, ἔπληξαν τοῦ μονάρχη τήν ὑψηλή ἀρχή! Θρηνῆστε – ναί–  γιατί αὐγή δέν πρόκειται νά φέξει πιά πάνω ἀπ’ τήν ἐρημιά του! Τόν ἔπληξαν κι οἱ ὀμορφιές, πού ρόδιζαν καί ἄνθιζαν στῆς δόξας του τόν κῆπο, μιά ἱστορία ἔγιναν παλιά, λησμονημένη, στήν καταχνιά τῶν ἡμερῶν πού διάβηκαν θαμμένη.
Κι ὅποιος περνάει τώρα πιά ἐκείνη τήν κοιλάδα βλέπει ἀπό τά παράθυρα νά βγαίνει ἕνα φῶς σάν αἷμα, καί τεράστιες μορφές ν’ ἀργοσαλεύουν σ’ ἕναν παράταιρο σκοπό, καθώς ποτάμι ἀπαίσιο ξεχύνεται ἀπ’ τήν πόρτα πλῆθος φρικτό πού ὅλο γελάει – ὅλο γελάει!–  μά δέν χαμογελάει.

Edgar Allan Poe

The Haunted Palace

       In the greenest of our valleys
         By good angels tenanted,
       Once a fair and stately palace-
         Radiant palace- reared its head.
       In the monarch Thought's dominion-
         It stood there!
       Never seraph spread a pinion
         Over fabric half so fair!

       Banners yellow, glorious, golden,
         On its roof did float and flow,
       (This- all this- was in the olden
         Time long ago,)
       And every gentle air that dallied,
         In that sweet day,
       Along the ramparts plumed and pallid,
         A winged odor went away.

       Wanderers in that happy valley,
         Through two luminous windows, saw
       Spirits moving musically,
         To a lute's well-tuned law,
       Round about a throne where, sitting
       In state his glory well-befitting,
         The ruler of the realm was seen.

       And all with pearl and ruby glowing
         Was the fair palace door,
       Through which came flowing, flowing, flowing,
         And sparkling evermore,
       A troop of Echoes, whose sweet duty
         Was but to sing,
       In voices of surpassing beauty,
         The wit and wisdom of their king.

       But evil things, in robes of sorrow,
         Assailed the monarch's high estate.
       (Ah, let us mourn!- for never morrow
         Shall dawn upon him desolate!)
       And round about his home the glory
         That blushed and bloomed,
       Is but a dim-remembered story
         Of the old time entombed.

       And travellers, now, within that valley,
         Through the red-litten windows see
       Vast forms, that move fantastically
         To a discordant melody,
       While, like a ghastly rapid river,
         Through the pale door
       A hideous throng rush out forever
         And laugh- but smile no more. 
Συμφορά! Πῆγε ὁ θάνατος κι ἔστησε θρόνο σέ μιά πόλη ἀλλόκοτη, πόλη χαμένη, κάτω ἐκεῖ στά σκοτάδια τῆς Δύσης, πού ὁ καλός κι ὁ κακός κι ὁ φρικτός κι ὁ ἁγνός ἔχουν βρεῖ τήν αἰώνια γαλήνη. Κι οἱ βωμοί, τά παλάτια, οἱ πύργοι, ἐκεῖ (φαγωμένοι ἀπ’ τό χρόνο οἱ ἄπαρτοι πύργοι!) δέν θυμίζουν ἀνθρώπινο κάτι. Ἕνα γύρο, ἀπ’ τόν ἄνεμο πιά ξεχασμένα, λιμνάζουν νερά. Βαλτωμένα νερά, μέ μιά θλίψη βαθιά, τ’ οὐρανοῦ τό φορτίο ὑποφέρουν.
Τά οὐράνια δέν στέλνουν εὐλογία φωτός στήν ἀτέλειωτη νύχτα τῆς πόλης. Τοῦ πελάγου ἡ φρίκη γεννάει μιά λάμψη νεκρή, ζοφερή, καί τυλίγει βουβά πολεμίστρες καί τρούλους καί θρόνους κι ἁψίδες – σάν ράχες τεράστιων βουνῶν–  καί τυλίγει ναούς, βαβυλώνια τείχη καί κιόσκια παλιά, σκοτεινά, ρημαγμένα, μέ κισσούς καί λουλούδια στήν πέτρα βαθιά λαξεμένα,
Καί βωμούς – Ὦ, μυριάδες βωμούς, θαυμαστούς!–  μέ ζωοφόρους πού πλέκουν τή βιολέτα, τή βιόλα, τή βάτο. Θλιμμένα νερά ξεψυχοῦν, κι οἱ σκιές ἀγκαλιάζουν σφιχτά τούς παλιούς προμαχῶνες, πού λές πώς τό σύμπαν ἐκεῖ στέκει ἀνάερο πάντα, καθώς ἀπό πύργο περήφανο στέλνει τό γιγάντιο βλέμμα του ὁ Θάνατος γύρω.
Γκρεμισμένοι οἱ ναοί κι ἀνοιγμένοι οἱ τάφοι ἐκεῖ: ἕνα βάραθρο ὁ τόπος πού χαίνει καί τρέμει μές στό μαῦρο τό φῶς. Μά τά πλούτη πού ἀστράφτουν: διαμάντια στῶν εἰδώλων τά μάτια, κι οἱ νεκροί στολισμένοι βαριά κι ἀκριβά, τά νερά δέν ταράζουν. Δέν σηκώνεται κύμα κάν ἕνα μικρό, συμφορά! Στή γυάλινην ἔρημο ἐκείνη ἕνα κίνημα ἀχνό δέν ψελλίζει: «Ὑπάρχει σ’ ἄλλα πέλαγα πιό ζωντανά κάποιος ἄνεμος. Θά ‘ρθει ὅπου νά ‘ναι!» Ταραχή δέν φωνάζει: «Ὑπάρχει ἕνας τόπος φρικτά ἐρημικός, κι ὅπου νά ‘ναι ὁ ἀγέρας θά πάει ἐκεῖ γιά νά βρεῖ τή γαλήνη!»
Μά, τί γίνεται; Ὦ, συμφορά! Σάν νά σάλεψε κάτι στά σπλάχνα τοῦ ἀγέρα! Τό κύμα… ἕνα κίνημα, νά! Σάν νά γέρνουν οἱ πύργοι: βυθίζονται ἀργά – ἀνεβαίνει βουβά τό νερό–  κι οἱ κορφές τους ἀφήνουν σημάδια ἀχνά στ’ οὐρανοῦ τή μεμβράνη. Μιά κόκκινη λάμψη ποτίζει τό κύμα, ἀνασαίνει τό κύμα βαριά. Κατεβαίνει ἡ πόλη βαθιά καί βουβαίνοντ’ οἱ ἀπόκοσμοι ἀχοί. Κατεβαίνει ἡ πόλη κι ἡ Κόλαση – νά!–  ἀνεβαίνει ἀπό θρόνους χιλιάδες καί τήν πόλη εὐλογεῖ.

Edgar Allan Poe

The City In the Sea

      Lo! Death has reared himself a throne
      In a strange city lying alone
      Far down within the dim West,
      Where the good and the bad and the worst and the best
      Have gone to their eternal rest.
      There shrines and palaces and towers
      (Time-eaten towers that tremble not!)
      Resemble nothing that is ours.
      Around, by lifting winds forgot,
      Resignedly beneath the sky
      The melancholy waters lie.

      No rays from the holy heaven come down
      On the long night-time of that town;
      But light from out the lurid sea
      Streams up the turrets silently-
      Gleams up the pinnacles far and free-
      Up domes- up spires- up kingly halls-
      Up fanes- up Babylon-like walls-
      Up shadowy long-forgotten bowers
      Of sculptured ivy and stone flowers-
      Up many and many a marvellous shrine
      Whose wreathed friezes intertwine
      The viol, the violet, and the vine.
      Resignedly beneath the sky
      The melancholy waters lie.
      So blend the turrets and shadows there
      That all seem pendulous in air,
      While from a proud tower in the town
      Death looks gigantically down.

      There open fanes and gaping graves
      Yawn level with the luminous waves;
      But not the riches there that lie
      In each idol's diamond eye-
      Not the gaily-jewelled dead
      Tempt the waters from their bed;
      For no ripples curl, alas!
      Along that wilderness of glass-
      No swellings tell that winds may be
      Upon some far-off happier sea-
      No heavings hint that winds have been
      On seas less hideously serene.

      But lo, a stir is in the air!
      The wave- there is a movement there!
      As if the towers had thrust aside,
      In slightly sinking, the dull tide-
      As if their tops had feebly given
      A void within the filmy Heaven.
      The waves have now a redder glow-
      The hours are breathing faint and low-
      And when, amid no earthly moans,
      Down, down that town shall settle hence,
      Hell, rising from a thousand thrones,
      Shall do it reverence.
 πηγή:  https://www.poetryloverspage.com/poets/poe/poe_ind.html