.

.
.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Θάνος Ανεστόπουλος - συνέντευξη



Δημοσιεύθηκε : Πέμπτη, 03 Μάιος 2012 08:46 Γράφτηκε από την Αναστασία Τουρούτογλου


Μουσικός και τραγουδιστής, ζωγράφος και ποιητής, ο πολυπράγμων Θάνος Ανεστόπουλος μόλις κυκλοφόρησε τη πρώτη προσωπική δισκογραφική δουλειά του, Ως Το Τέλος.
Τρία σχεδόν χρόνια μετά τη διάλυση των Διάφανων Κρίνων, ο ερμηνευτής με τη μπάσα χροιά που πρόσθεσε στους ποιητές του Μεσοπολέμου ακόμα περισσότερη γοητεία, κοιτάει από το ψηλό δέντρο του εξωφύλλου το τέλος του δρόμου. Ή μήπως είναι η αρχή; Όπως και να ’χει, την επόμενη Πέμπτη 10 Μαΐου θα τον ακούσουμε να ερμηνεύει τα οκτώ τραγούδια του δίσκου ζωντανά στο Gagarin 205.
Με αυτήν την αφορμή, μας μιλάει για την πίστη του στις δυνάμεις της μουσικής και της ποίησης, σε μια φουτουριστική συνέντευξη όπου ο 3pO συναντάει τον Μικρό Πρίγκιπα και αράζουνε μαζί στη πλατεία Εξαρχείων…

Τι σημαίνει για σένα «Ως Το Τέλος»;

Όχι πάντως κάποιο τέλος. Ως την Τελείωση εννοώ, κρύβοντάς το πίσω απ’ αυτή τη φράση. Ως την τελείωση του κόσμου, του πνεύματος, της αγάπης. Και σε κάποια πράγματα τέλος δεν δίνεται ποτέ. Για παράδειγμα, στην αγάπη δεν υπάρχει τέλος. Το ίδιο όπως σ’ ένα άπειρο!

Μερικά από τα τραγούδια του δίσκου σε θυμάμαι να τα παίζεις σε κάποια live και παλαιότερα, περίπου από το 2002. Πώς και δεν αποφάσισες να τα κυκλοφορήσεις νωρίτερα;

Μπορεί να έχεις αυτήν την αίσθηση ακούγοντάς τα, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι! Τα συγκεκριμένα είναι φρέσκια σοδειά τραγουδιών και εμπνεύσεων και διαλέχτηκαν ακριβώς γιατί ήθελα να λειτουργήσουν σαν ένα ενιαίο στιχουργικά και μουσικά κόνσεπτ μαζί με δύο ποιήματα του Ταρκόφσκι, του Αρσέν και του Καββαδία του Νίκου. Όμως αυτό που ίσως σε μπερδεύει –και κάτι σου θυμίζει– είναι πως στα ακουστικά live τα οποία έδινα μόνος σε μικρά μπαράκια πάντα έπαιρνα στίχους και αυτοσχεδίαζα πάνω σ’ αυτούς, προσπαθώντας να φτιάξω τραγούδια αυτοστιγμής, επί σκηνής. Οπότε συνέβαινε να ’χω βάλει τον ίδιο στίχο σε πολλές ιδέες. Βεβαίως ποτέ την άλλη μέρα δεν θυμόμουν το τραγούδι, πώς το ’χα παίξει, αν είχε βγει καλό ή καταστροφή.

Έχεις μια αγάπη για τους μεγάλους ποιητές της γενιάς του 1930. Πόσα κοινά έχουν τα υπαρξιακά ζητήματα και τα συναισθηματικά αδιέξοδα εκείνων των ανθρώπων με έναν σύγχρονο άνθρωπο της οικονομικής κρίσης, της τεχνολογίας και του Facebook;

Υπήρχε μια αγνότητα και μια αναγκαιότητα σε εκείνη τη γενιά, θέλανε να αποσυμπιέσουν την κατάθλιψή τους αλλά και τον προβληματισμό τους γράφοντας ποίηση που θα φώναζε ή θα ψέλλιζε για την αρχή του τέλους. Μάχονταν στην ουσία την κατάθλιψη μ’ αυτόν τον τρόπο. Και είτε το νιώθανε είτε όχι, αυτή θα γινόταν στις επόμενες δεκαετίες το θεμέλιο της χαοτικής δυναμικής μιας κόλασης τεχνολογίας, η οποία θα αντιπροσώπευε την παγκοσμιοποίηση στη χειρότερη μορφή της. Μελετώ τη συγκεκριμένη γενιά και αισθάνομαι άνετα να τραγουδώ τους ποιητές της, αφού στις μέρες μας μόνο αφελής και ξένη δεν φαίνεται, μα διαχρονικά περιγραφική.

Τον περασμένο Μάρτιο είδαμε την πρώτη πορεία ποιητών στην Ελλάδα. Εσύ την ποίηση την αντιλαμβάνεσαι σαν κάτι μαζικό και συλλογικό ή σαν κάτι βαθιά προσωπικό και ατομικό;

Να βλέπεις πλακάτ γεμάτα στίχους! Τι πιο ωραίο… Η ποίηση δεν κερδίζει έναν πόλεμο, ούτε καν μπορεί να αλλάξει ή να ρίξει μια κυβέρνηση. Αλλά σίγουρα μπορεί να κινητοποιήσει, να αφυπνίσει, να σε κάνει να σκεφτείς και να σε βγάλει απ’ το μέσα του εαυτού σου. Χρειαζόμαστε μάχιμους όχι μόνο τους στίχους τους αλλά και τους ποιητές μας. Ειρηνικά δεν ζει τίποτε μέσα σε μια συλλογή ποιήματα, αν δεν τη βγάλεις απ τη γυάλα της, δεν την κρατήσεις ψηλά εσύ ο ποιητής και δεν αναμιχτείς μαζί με τον κόσμο απ’ τον οποίο παίρνεις δύναμη να ζεις, απ’ τον οποίο μαθαίνεις τη λέξη –γίνεσαι εσύ η λέξη–και τη λέξη του ξανά προσφέρεις. Όλοι στους δρόμους λοιπόν κι εγώ προτιμώ μπροστά να είναι οι ποιητές και πίσω οι σημαίες.

Πολύ συχνά στα τραγούδια σου εμφανίζεται το ζήτημα της ωρίμανσης του ανθρώπου μες τον χρόνο. Ο Θάνος Ανεστόπουλος έχει ωριμάσει; Και μέσα από ποια διαδικασία;

Πόσο ώριμος θα ήμουνα αν έλεγα πως έχω ωριμάσει; Η ωριμότητα συμβαδίζει και φτάνει να φλερτάρει με την αδερφούλα της, τη σοφία, καθώς βιώνουμε τους πάτους και τους τερματικούς μας σταθμούς στις ράγες της ζωής. Και ωριμάζουμε όμορφα σαν βρίσκουμε την δύναμη και σηκωνόμαστε ξανά όρθιοι, όταν ξαναφτιάχνουμε νέες αφετηρίες.
Τελικά πώς νιώθεις ότι εκφράζεσαι καλύτερα; Με την ποίηση και τα τραγούδια ή με τη ζωγραφική;
Κάποιος φίλος μου είχε πει πως τραγουδάω όπως ζωγραφίζω και ζωγραφίζω όπως τραγουδώ. Δηλαδή χάλια, του απάντησα!

Όλοι ξέρουμε ότι στην Ελλάδα πλέον οι δίσκοι δεν πουλάνε. Γιατί να βγάλει ένας καλλιτέχνης σήμερα δίσκο όταν ξέρει ότι θα πουλήσει μόλις μερικές εκατοντάδες αντίτυπα;

Γιατί ο αληθινός καλλιτέχνης δεν θα βγάλει έναν δίσκο μόνο για να τον πουλήσει, έχοντας μάλιστα και υψηλές προσδοκίες για μεγάλες πωλήσεις, αλλά για να καταγράψει την τέχνη του. Και στη δικιά μου περίπτωση πάντα με ενδιέφερε η κατάληξη μιας προσπάθειας να είναι η δημιουργία κάποιου εργόχειρου ή, επίτρεψέ μου να το πω, εργόψυχο.

Η Inner Ear είναι μια ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία που κυκλοφορεί λίγες και πολύ επιλεγμένες δουλειές. Πιστεύεις ότι δίνει έτσι μια καλή απάντηση στην πεθαμένη ελληνική δισκογραφία;

Αυτό που έχει κάνει μέχρι στιγμής και συνεχίζει να το κάνει η Inner Ear και τα παιδιά της είχε να γίνει, όσον αφορά στη χώρα μας, από την εποχή του Πατσιφά και από τα χρόνια της Factory Records της σκηνής του Mάντσεστερ. Κι έχω την αίσθηση πως ο Περικλής και τα παιδιά του στην εταιρεία –ή καλύτερα σ’ αυτήν την παρέα όπου έχουν μαζευτεί τρελοί εραστές της μουσικής και της ωραίας τέχνης– δεν κάνουν ό,τι κάνουν για να δώσουν κάποια απάντηση σε κάτι νεκρό από καιρό. Απλά τα Άνθη του Κακού πολλές φορές βρίσκουν τον τρόπο να γεννούν την ομορφιά μέσα στη γενική αφυδάτωση και την καρβουνίλα.

Διάβασα κάπου ότι ο πρώτος δίσκος που αγόρασες ήταν το Space Oddity του David Bowie. Σήμερα ο Bowie θεωρείται ένας πολύ σημαντικός δημιουργός, ο οποίος έχει φύγει εντελώς από τα μουσικά πράγματα. Εσύ σαν καλλιτέχνης πόσο απλό πιστεύεις ότι είναι για έναν μουσικό να αποσυρθεί από τις νότες και από το χειροκρότημα, όταν νιώσει ότι δεν έχει τίποτα περισσότερο να πει;

Όλα τα πράγματα κάνουν τον κύκλο τους. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα κάλυπτα τις αδυναμίες μου πίσω από μεγαλόσχημα λόγια του τύπου «δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τη μουσική» ή «η μουσική είναι όλη η ζωή μου». Σαν νιώσω πως ένας κύκλος κλείνει, θα κοιτάξω να διαγράψω κάποιον άλλον που ίσως και η ίδια η ζωή να μου φέρει. Ας πούμε κάποια στιγμή ίσως γίνω χορευτής στο Κρατικό Μπαλέτο της Κίνας ή, αν χρειαστεί, επειδή πιάνουν τα χέρια μου, να ακολουθήσω τη σταδιοδρομία του μποξέρ βαρέων βαρών υπέργηρων ή τελικά να γράφω μουσική για κωφάλαλους!

Είσαι ένα από τα «παιδιά» του ελληνικού ροκ, το οποίο άνθισε ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1990. Μια φορά σε μια συναυλία με τα Διάφανα Κρίνα άκουσα από πίσω μου μια παρέα που μιλούσε για τον Καρρά και τον Γονίδη. Τι συνέβη με το ελληνικό ροκ εκείνη την εποχή –τα Ξύλινα Σπαθιά, τα Κρίνα, τις Τρύπες– και άρχισαν ξαφνικά να αφορούν τόσο ευρύ κοινό;

Η σούπα είναι σούπα ανάγκης σ’ αυτόν τον τόπο. Είναι λίγο τουρλού που λένε και μπερδεύονται πολλά υλικά μέσα –και ευτελή και αξίας. Στα Βαλκάνια ζούμε και επειδή αρχίζουν από Βήτα δεν σημαίνει πως ζούμε στη Βιέννη! Πάντως, για να σου απαντήσω πιο συγκεκριμένα για εκείνη την εποχή, τα πράγματα είχαν ως εξής: oι μεγάλες πολυεθνικές δισκογραφικές του εξωτερικού, για φορολογικούς λόγους και καθόλου εννοείται για καλλιτεχνικούς, έριξαν σύρμα στις εδώ θυγατρικές τους να δημιουργήσουν indie τμήματα με ελληνόφωνο –και καλά rock– περιεχόμενο και να καλύψουν έναν αρκετά μεγάλο αριθμό κυκλοφοριών ανά χρόνο. Το τι κάρβουνο κυκλοφόρησε τότε, δεν λέγεται… Σε συνδυασμό λοιπόν με τα σκυλοραδιόφωνα, με υπαλλήλους μπακάληδες και με άσχετους τεχνοκράτες πέρασαν κάποια τραγούδια και συγκροτήματα με εύπεπτο στίχο και γκαν-γκαν μουσική σε πιο ζαρντινιέρα ακροατήρια και σε πιο τσιφτετελοκλαμπάτους χώρους, ονοματίζοντάς το «ελληνόφωνη ροκ σκηνή». Έτσι κατέληξε και ο πιτσιρικάς που είχε όνειρα με τη μπάντα του να κάνει πρόωρα έναν + έναν χρόνο συμβόλαια, ξελογιάζοντας τον διψασμένο και εφηβικό του νου και βάζοντας παράλληλα στο στόμα της Νίνας της κομμώτριας και του Μίμη του σκύλου, μετά τον “Αετό” «που πεθαίνει στον αέρα», το «Λιωμένο Παγωτό» και τις «Μέρες Αργίας», για παράδειγμα. Το καλό, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, είναι πως σίγουρα κάποιοι ανακάλυψαν ότι υπάρχει κι ένα άλλο μουσικό σύμπαν πέρα από τη στενή αντίληψη ενός πιο απωθητικού mainstream τοπίου που τους προσφερόταν. Εγώ πάντως είμαι με τα 1980s!! (γέλια)

Για 20 χρόνια λειτουργούσες σαν κομμάτι ενός συγκροτήματος. Πώς είναι για το μέλος ενός γκρουπ να βρίσκεται ξαφνικά στο στούντιο μόνος του;

Κανείς δεν βρίσκεται σε ένα στούντιο μόνος του όταν δεν το θέλει. Ανταλλάξαμε μαζί με τον Μανώλη Αγγελάκη, με τον Στάθη Ιωάννου, τον Νίκο Γιούσεφ και άλλους φίλους μουσικούς τις ψυχές μας. Τον κοινώνησα αυτόν τον δίσκο με τη νοοτροπία της μουσικής ομάδας. Δεν ξέρω λοιπόν πώς είναι να βρίσκεσαι μόνος σου. Μ’ αρέσει και είναι φυσική ανάγκη μου να δημιουργώ από κοινού με άλλους μουσικανθρώπους, όταν ταιριάξουμε και σμίξουν οι κοινές καταβολές και αναφορές μας και όταν νιώσουμε φίλοι και συνεργάτες, που τους ενώνει ο σεβασμός του ενός για τον άλλον.

Ποιο είναι το πιο όμορφο πράγμα που θυμάσαι από τα Διάφανα Κρίνα;

Τα όμορφα είναι πολλά. Πάρα πολλά. Και καμία άσχημη στιγμή ποτέ δεν θα σταθεί ικανή όσο ζω να στερήσει την ομορφιά και τις λαμπερές στιγμές που έζησα μέσα από αυτό το κεφάλαιο ζωής. Απλά είναι κάποια πράγματα τα οποία δεν γίνεται να τα ξαναζήσεις στη μία ζωή για δεύτερη φορά το ίδιο. Τα πάντα έχουν τη μοναδικότητα τους κι αυτή είναι η αξία τους και η ομορφιά η παντοτινή τους.

Σ’ αυτήν την πόλη υπάρχει ή δεν υπάρχει τελικά αγάπη;

Χρειάζεται να τη βρούμε και να την ανασύρουμε την αγάπη, πρώτα απ’ την πόλη που χτίζουμε ο καθένας μέσα μας.

Κυκλοφορείς ακόμα στα Εξάρχεια; Πώς τη βλέπεις το τελευταίο διάστημα την περιοχή;

Τα τελευταία χρόνια τα Εξάρχεια με κράτησαν και σαν μόνιμο κάτοικό τους. Για μένα ήταν πάντα τόπος έμπνευσης, ελεύθερης διακίνησης ιδεών και μια απ’ τις τελευταίες γειτονιές που με συνέδεσε με ένα παρελθόν απαιτητικό στην προσφορά και στη ζήτηση των απλών ανθρώπινων πραγμάτων και των ουσιαστικών ανθρώπινων σχέσεων. Από αυτό το μοναδικό Γαλατικό Χωριό το οποίο ακόμη αντιστέκεται ένα από τα πράγματα που έχει λείψει είναι οι Γραφικοί Τύποι της Πλατείας. Στην περιοχή έχω σμίξει με ανθρώπους από τη γενιά μου, που ένας-ένας έκανε το ταξίδι του κι έδεσε το σκαρί του εδώ. Μερικοί απ’ αυτούς δείχνουν ακόμη δημιουργικοί και αφυπνισμένοι, δεν έχουν καταφέρει να τους μπολιάσουν με τον φόβο, όπως κάνουν πλέον σε μια ολόκληρη κοινωνία για να μην μπορεί να αντιδρά και να απαιτεί. Τα Εξάρχεια τα φαντάζομαι σαν έναν μεγάλο καμβά που η κάθε γενιά γεμίζει με χρώμα ή με μαύρη πηχτή μπογιά.

Οι ειδικοί λένε ότι η Ελλάδα θα ξαναβγεί στις αγορές κάποια στιγμή μεταξύ 2020 και 2030… Εσύ πιστεύεις ότι όλα αυτά αρκούν για να πάρουμε την πάνω βόλτα;

Μάλλον θες να πεις αν όλα αυτά αρκούν για να πάρει τα πάνω του ο Χοντρός Τραπεζίτης και το δολοφονικό σενάριο που γράφτηκε και συνεχίζει να γράφεται από την Παγκόσμια Τράπεζα... Και δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να καταλάβεις το τετελεσμένο του άκρατου καπιταλισμού και την οπισθοχώρηση έναν αιώνα πίσω σε όποια λαϊκά και εργατικά δικαιώματα κατακτήθηκαν με ποτάμια αίμα και με ατέλειωτο πόνο. Δυστυχώς φοβάμαι –και απεύχομαι συνάμα– πως σειρά έχει το Μίσος και πάλι στο έργο της Ανθρωπότητας. Ακόμα και ο εννιάχρονος γιος μου έχει πια καλύτερο αισθητήριο απ’ αυτούς τους εντεταλμένους και μες στο παιχνίδι «ειδικούς» για το πώς και πότε θα πάρουμε την πάνω βόλτα. Τώρα, στο σήμερά μας, δυστυχώς ή ευτυχώς ζούμε την κάτω βόλτα, με το τραινάκι του τρόμου που ναύλωσαν για να δούμε τα ωραία θαύματα, όσα κρύβονται πιο κάτω κι απ’ τον πάτο. Αν συνειδητοποιήσουμε αυτό το κομμάτι ίσως –πέρα από οικονομικές προβλέψεις και θεωρήματα– ξαναδούμε, ο καθένας ξεχωριστά, πέρα από την αλληλεγγύη που έγινε πια καραμέλα, το τι σημαίνει Άνθρωπος απ’ την καλή του όψη. Αλίμονο αν στο μόνο που μας οδηγήσει αυτή η περίοδος της Ιστορίας να είναι ο μισανθρωπισμός και το ατέλειωτο αυτομαστίγωμα μιας καινούργιας τάσης, την οποία εγώ λέω «Ζωώδους Πανγκαλισμού»…

Κάποτε άφησες το πανεπιστήμιο λίγο πριν από το πτυχίο. Υπήρξαν στιγμές στη ζωή σου που να σκέφτηκες πως, αν το είχες πάρει, μπορεί να σου είχε βγει σε καλό;

Δεν με ενδιέφερε το αντικείμενο των οικονομικών σπουδών. Το μυαλό και η ψυχή μου ήταν στη μουσική έκφραση. Παράλληλα με εξουδετέρωσε και με αποθάρρυνε το σκηνικό της λεγόμενης Παιδείας, με δασκάλους απαξιωμένους από ένα τραβεστί εκπαιδευτικό σύστημα και με γερασμένους φοιτητές, με δυσκολία να μην μπουν στη διαδικασία της μηχανικής παραγωγής νεκροζώντανων τεχνοκρατών. Η παιδεία αυτού του τόπου ξεκίνησε κάποτε σαν παίδευση και κατάντησε παίδεμα, με κουρασμένους μαθητές και κουρασμένο το πιο μεγάλο κομμάτι των δασκάλων της –με λίγες εξαιρέσεις για μερικούς φιλότιμους από αυτούς, που σιγά-σιγά μαραζώνουν και χάνεται κι από εκείνους η λίγη φλόγα. Ευτυχώς που αγάπησα τα εξωσχολικά βιβλία και τους δασκάλους που έφερνε και φέρνει το μεγάλο σχολείο της ζωής.

Πόσο νόημα έχει για έναν 18χρονο σήμερα να κάτσει να διαβάσει για να περάσει σε μια σχολή;

Και λόγος υπάρχει και νόημα, αρκεί στα ζύγια που σχηματίζουν οι μασχάλες του να βάλει στην αριστερή τις σπουδές του και να ισορροπήσει έχοντας στη δεξιά του έναν Μικρό Πρίγκιπα και το “Γράμμα σε έναν νέο ποιητή” του Ρίλκε.

Κάποιοι λένε ότι ο Θάνος «χάλασε» γιατί δεν πίνει πια και στις συναυλίες λέει «στην υγειά σας» με ένα μπουκαλάκι νερό. Εσύ σαν fan έπιασες ποτέ τον εαυτό σου να ταυτίζεται ή να ζητάει συγκεκριμένα πράγματα από τους αγαπημένους του καλλιτέχνες; Και σε ποιο βαθμό κάτι τέτοιο είναι λογικό;

Δεν ήταν αρκετό ότι ταυτίστηκα με τα δικά μου πάθη; Ξέρετε, νιώθω μεγάλη θλίψη που δεν είμαι πια 140 κιλά, που δεν πίνω τον Βόσπορο, που δεν ξεχνάω πια τους στίχους μου, που δεν ανεβαίνω πια με πατερίτσα πάνω στη σκηνή, που δεν πετάω μπουκάλια στον κόσμο και που δεν έχω πια σοβαρή πιθανότητα να περάσω στη λίστα των καταραμένων... Αυτή η εξυγίανση και η ανάταση, αυτή η νέα δημιουργικότητα, αυτή η καινούργια, όμορφη θεώρηση της ζωής μέσα από τον αγώνα και τον μόχθο για να ζήσεις προσφέροντας με έχει γεμίσει ρε παιδί μου! Πώς τόλμησα και χάλασα την εικόνα μου κρατώντας στο χέρι μου νερό; Και πώς τόλμησα για κάποιους να τους στερήσω το απωθημένο να κρεμαστώ κιόλας για ένα αντάξιο τέλος! ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΜΑΣ ΛΟΙΠΟΝ!

Νομίζω ότι παλαιότερα δεν ασχολούσουν ιδιαίτερα με την τεχνολογία. Τον τελευταίο καιρό έχεις μια πολύ ενεργή σελίδα στο Facebook. Μήπως όμως το ίντερνετ και οι υπολογιστές είναι, ως έναν βαθμό, ο θάνατος του ρομαντισμού τον οποίον γενικά υπερασπίζεσαι;

Δεν κατάλαβες καλά! Αν υπερασπίζομαι κάτι είναι ο ρομαντικός θάνατος του παλιού. Το τότε δεν είναι το τώρα! Πάντως, έχω το πιο ρομαντικό λάπτοπ στον κόσμο, ένα ACER Aspire 9410, που έχει το ίδιο φιλότιμο με τον 3pO (Θρι Πι Οου,) το ρομπότ στον Πόλεμο των Άστρων. Δουλεύει με τα κάρβουνα που ζωγραφίζω. Διατηρώ ακμαίο τον ρομαντισμό μου συμμετέχοντας στο διαδίκτυο, πληκτρολογώντας με την απίστευτη ταχύτητα των τεσσάρων γραμμάτων το λεπτό γιατί σταματώ συνέχεια και σκέφτομαι ηλεκτρονικούς ασφοδέλους και γοητευτικά κρασαρίσματα σκληρού δίσκου κάτω από μωβ ηλιοβασιλέματα.

Θα βγουν μέσα από τη κρίση καλλιτεχνικά αριστουργήματα;

Βγήκε! Ο δίσκος μου! (γέλια)

Δημοσίευση σχολίου