.

.
.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016



ΑΥΠΝΩΤΟΣ
Στην ατοπία των εχθρών
στον παραλογισμό τους
στην ατρεμία των γαιών
και στους γαιομιγείδες
ορκίζομαι

Στου μάγου την υποβολή
και στο άρωμα της σόγιας
στην σμηναρχία του Θεού
και στου κακού το σκώμμα,
ορκίζομαι

Στον δεισιδαίμων τον φτωχό
στον δεισμό του σώφρον
στον εγκαστρύμυθο του νου
και στους ειδωλολάτρες
ορκίζομαι

Στο έχθιστο συναίσθημα
του Αίολου του οίνου
στην λάμψη του ηλίανθου
την θαμποφεγγοβόλα
ορκίζομαι

Στην κακοήθεια των θνητών
στου πρωινού το αγιάζι
στην μοχθηρία των τρανών
μη παστρικά φτιαγμένων
ορκίζομαι

Στου στεριανού τα ξέρατα
που του άφησε η ναυτία
στου ναυαγού τα φτύματα
που του’ βγαλε η αρμύρα
ορκίζομαι

Στην ξώπετσα του κουφαριού
Του πρόσφατα θαμμένου
στην δυσωδία των υγρών
που στάζουνε στο χώμα
ορκίζομαι

Στο ξύσιμο σάπιας πληγής
από αλλεργία φτιαγμένη
στα λερωμένα πρόσωπα
στα πονοφαγωμένα
ορκίζομαι

Στις καταχρήσεις της ψυχής
στα υγρά ανήθικα όργια
στην πεμπτουσία του οργασμού
που ο διάβολος δωρίζει
ορκίζομαι

Στον ρακοπότη τον φτωχό
που είδε ρακί να στάζει
απ’τα ρουθούνια του Θεού
στο στόμα των φθαρμένων
ορκίζομαι

Στους σκλάβους τους αύπνωτους
στους άυπνους τους δούλους
στου αρρώστου την υπνολαλιά
στην μαύρη αυπνία
ορκίζομαι

Πλευρό να αλλάξω ξαφνικά
μπας και υπνήσω αληθινά
στην υπνηλία μην μείνω.



ΒΛΕΦΑΡΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ
Βλέφαρα του Φλεβάρη
κινούνται κι ανασαλεύουν
βάρη τεράστια βάρη
που την ματιά φορτώνουν
και την καρδιά τρυπούν

Χάνονται μέσα σ’ άγριες εικόνες τα όνειρά μας
τα χείλια μας ενώνονταν κάποτε φανερά
Τώρα έμεινε για μας μονάχα η σκιά μας
κι ένα ασημένιο μενταγιόν να το φοράς κρυφά

Αν όμορφες στα μάτια σου φάνταζαν οι κραυγές μου
και αν μες στο κόκκινο του αίματος βούλιαζαν τα αυτιά
την μπόχα αν χέρια αγγίζανε από καμένη σάρκα
το μοβ άρωμα αν γεύτηκες στον ήχο του φωτός
αν μπέρδεψες την γεύση και την όραση με την αφή
και με το άρωμά σου έφτιαξες πολύχρωμη φωνή
τώρα μυρίζεις γεύεσαι κοιτάς μα δεν αγγίζεις
τα χρώματα που βγήκανε από ζεστό λαρύγγι
αφήνοντας στο στόμα σου να καίει μια μυρωδιά
που άλλοτε ποτέ δεν είχες ξαναγγίξει

Και κάθε που μεσάνυχτα είναι ακούγεται η φωνή σου
«Δεν έχω χέρια να μου χαϊδέψουν το πρόσωπο» 


ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΠΑΝΘΕΟΝ
ΣΤΙΓΜΩΝ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΩΝ
ΩΡΑΙΟΤΑΤΟ ΚΤΙΣΜΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
ΤΕΤΡΑΔΙΠΛΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ ΣΩΜΑΤΙΚΩΝ
ΤΑ ΜΑΥΡΙΔΕΡΑ ΥΜΕΝΟΠΤΕΡΑ ΔΕΝ ΘΑ ΑΦΑΝΙΣΤΟΥΝ
ΜΗΤΕ ΘΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ ΩΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΑΣΜΑ.
ΣΤΟ ΕΞΗΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΣΟΥ ΘΕ ΝΑ ΠΕΤΟΥΝ
ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΚΑΙ ΖΩΝΤΑΝΑ
ΣΑΝ ΤΙΣ ΜΝΗΜΕΣ ΤΙΣ ΑΡΧΕΓΟΝΕΣ ΤΙΣ ΑΡΧΑΪΚΕΣ
ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΗΙΝΟΥ ΜΥΑΛΟΥ
ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΑΝΘΕ
ΜΕΤΑΞΕΝΙΕ.
ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ ΓΙΑ ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ
ΘΑ ΑΡΓΗΣΕΙ ΝΑ ’ΡΘΕΙ
ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ ΝΕΡΟ ΚΡΥΟΒΡΥΣΗΣ ΣΑ ΝΥΧΤΙΚΙΑ
ΜΑΓΕΙΑΣ ΝΥΧΤΑ
ΘΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΣΕ ΑΠ’ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΤΟ ΝΟΤΙΣΜΕΝΟ
ΑΓΓΙΓΜΑ
ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΕΡΠΕΤΟ
ΓΛΥΚΟ ΣΤΗΝ ΦΕΞΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΚΡΑΤΟΡΑ
ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΟΨΗ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ ΣΟΥ
ΑΝ ΕΞΥΠΝΟ ΕΙΣΑΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑΤΙ
ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΑΤΙ ΔΕΝ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ
ΚΑΛΑ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΙΕΡΡΗΞΕΣ
ΤΟΝ ΆΚΑΜΠΤΟ ΦΛΟΙΟ ΤΗΣ
ΚΑΙ ΕΓΙΝΕΣ ΡΗΞΙΓΕΝΗΣ
ΕΓΙΝΕΣ ΦΙΔΙ ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΣΑΥΡΑ ΣΑΛΑΜΑΝΔΡΑ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ ΣΟΥ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΕΓΙΝΕ ΣΑΡΚΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ
ΑΣΧΗΜΕ ΑΝΘΡΩΠΕ
ΣΚΙΩΔΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΑΔΥΝΑΜΩΝ ΚΑΡΠΩΝ
ΖΩΗΣ ΣΩΤΗΡΑ ΚΑΙ ΦΟΒΗΤΡΟ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ
ΟΣΟ ΓΛΥΚΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΠΟΥ ΝΟΙΩΘΕΙΣ ΜΕΣ’ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΑΓΡΙΑ ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΠΟΥ ΑΦΗΝΕΙΣ ΤΙΣ ΑΥΓΕΣ
ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ
ΚΑΘΕ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΑΕΙ ΕΝΑ ΣΚΙΑΧΤΡΟ
ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑ
ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΗΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
ΤΟΥ ΝΑΥΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΒΡΑΧΟ
ΣΕ ΕΙΧΑ ΔΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΕΙΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ ΝΥΧΤΑ
ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΝΑ ΞΕΨΥΧΑΣ
ΚΑΙ Ο ΦΑΡΟΣ ΣΟΥ ΝΑ ΣΒΗΝΕΙ
ΜΑ ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΚΛΕΙΣΜΕΝΑ ΣΕ ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙΑ
ΤΟ ΦΩΣ ΘΑ ΠΑΛΛΕΤΑΙ ΖΩΗΡΑ
ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΑ
ΚΑΙ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ
ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΘΥΕΛΛΑ ΣΕ ΣΚΟΤΟΣ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Ο ΡΟΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ


Ένα κουρελιασμένο τίποτα
κρατώντας στην αγκαλιά του
ένα παγωμένο μωρό.
Κάποτε τα σύννεφα έτρεχαν
περνούσαν
και χάνονταν.
Τώρα κρέμονται ακίνητα
πάνω απ’ το κοριτσάκι με τα σπίρτα.
Μέσα καλά κρατάει η γιορτή!

Γουρουνόμοφρα όντα ντυμένα με Armani
φιλιούνται με στόματα γεμάτα χαβιάρι
σφαίρες και πέρλες,
κοκέτες με χάρη,
τρίβουν τα αχνισμένα παράθυρα
να δούνε τους Άθλιους των Αθηνών.
Δύο πόδια, ένα χέρι και δύο κεφάλια μαζί,
η σκληρότερη των ποινών.

Τα στόματα κλείσαν, τα ράψανε μόνοι τους
με μαύρη κλωστή.
Κι ο ένας ταΐζει τον άλλον, στα μάτια αφήνει ουσία γνωστή.
Νερό και αλάτι και χιόνι και ήλιο
και λίθους και θεούς πλαστικούς.

“Ήταν ο τελευταίος χειμώνας που ήρθε
μικρή χλωμή Σόνια και όμορφη Ντούνια”.

Στο πάγο ο Ρασκώλνικοφ γέρνει,
να νιώσει τον ήλιο πριν κοιμηθεί.
Τα παράθυρα κλείσαν και ξαναχνίσαν.
“Το τζάκι ανάψτε, κανείς μην σταθεί
για ώρες χορέψτε, φάτε και πιέστε
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα ξεπαρθενιάστε
Εσείς οι φτωχούληδες τον τόπο αδειάστε
Μας κάνει κακό κι η αναπνοή σας ακόμη
Έξω λοιπόν!
Εμπρός στην βροχή!!
Ορίστε μικροί άθλιοι. Πάρτε κι ομπρέλες
μα μην μας χαλάτε αυτήν την γιορτή
αφήστε να μπούμε με το δεξί
Σε αυτή την νέα των χοίρων γιορτή
Σας υποσχόμαστε, Θα ‘ναι για όλους
μια ωραία ματωμένη και δίκαιη εποχή.








O Θάνος Ανεστόπουλος..... τραγουδιστής και στιχουργός. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στο μουσικό βιβλίο των Διάφανων Κρίνων "Ο Γύρος της Μέρας σε 80 Κόσμους" (Ίνδικτος, 2005).
Δημοσίευση σχολίου